Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2015

ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ Β’ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ [1258-13/2/1332]


Ἀνδρόνικος Β΄Παλαιολόγος -τοιχογραφία Μονῆς Τιμίου Προδρόμου, " Ἡ δέηση, ὁ Αυτοκράτωρ", Σέρραι,

Ἀνδρόνικος Β΄Παλαιολόγος -τοιχογραφία Μονῆς Τιμίου Προδρόμου, » Ἡ δέησις, ὁ Αυτοκράτωρ», Σέρραι.

12-13 Φεβρουαρίου 1332 : Πεθαίνει ὁ Αὐτοκράτωρ τῆς Ρωμανίας, Ἀνδρόνικος Β’ Παλαιολόγος, ὡς μοναχὸς Ἀντώνιος. Κηδεύτηκε στὴ Μονὴ Λιβός, στὴν Κωνσταντινούπολη.

Ὁ Ἀνδρόνικος Β’ Παλαιολόγος, διέθετε ἐξαιρετικά ὑψηλή μόρφωση καὶ ἔδειχνε ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιὰ τὶς ἐπιστῆμες καὶ τὴ λογοτεχνία, ἔτσι ὥστε σὲ μία περίοδο ὅπου ἡ αὐτοκρατορία παρήκμαζε πολιτικὰ, νὰ συμβάλλῃ στὴν πολιτιστικὴ της ἄνθηση, γνωστὴ ὡς «Παλαιολόγεια ἀναγέννηση».

Ὁ Ἀνδρόνικος ἦταν δευτερότοκος γιὸς τοῦ Μιχαὴλ Η΄ καὶ τῆς Θεοδῶρας, γεννηθῆς τὸ 1258. Ὡς συμβασιλέας ἀπό τὸ 1265, ἔλαβε τὶς μεγαλύτερες δικαιοδοσίες ἀπό ὁποιονδήποτε προηγούμενο συμβασιλέα. Ἀπό τὸν πρῶτο του γᾶμο μὲ τὴν πριγκίπισσα τῆς Οὐγγαρίας Ἄννα [1272], κόρης τοῦ Στεφάνου Ε΄, ἀπέκτησε δύο γιοὺς, τὸν Μιχαὴλ Θ΄ καὶ τὸν Κωνσταντῖνο. Ἀπό τὸν δεύτερο γᾶμο του μὲ τὴν Εἰρήνη-Γιολᾶντα τὴ Μομφερρατικὴ [1285], ἀπέκτησε πέντε γιοὺς –τὸν Ἰωάννη, τὸν Θεόδωρο, τὸν Δημήτριο, τὸν Ἰσαάκιο καὶ τὸν Βαρθολομαῖο– καὶ δύο κόρες, τὴ Σιμωνίδα καὶ τὴ Θεοδῶρα.

Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς βασιλείας του, προσπάθησε [ἀνεπιτυχῶς] νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν ἐξαιρετικά δυσμενὴ οἰκονομική κατάσταση τῆς αὐτοκρατορίας, ἐφαρμόζοντας αὔξηση τῶν εἰσφορῶν σὲ εἴδος, μὲ ἕνα νέο νόμο, τὸ λεγόμενο «σιτόκριθον» καὶ ἐλαχιστοποιῶντας δραματικὰ τὶς στρατιωτικὲς δαπᾶνες, μὲ τὴν μείωση τοῦ στρατοῦ ξηρᾶς καὶ τὴν κατάργηση τοῦ στόλου τὸ 1284. Ἀκόμη καὶ ἡ τριετὴς ἐγκατάστασίς του στὴν Μικρᾶ Ἀσία, ἔτσι ὥστε νὰ ἐνθαρρύνῃ τοὺς Βυζαντινοὺς, [ποὺ ἀποθαρρυμένοι ἀπό τὶς συνεχεῖς ὀθωμανικές ἐπιδρομές ἐγκατέλειπαν βαθμιαῖα τὴν περιοχὴ], δὲν κατόρθωσε νὰ πετύχῃ πολλὰ.

Στὴν ἐκκλησιαστική πολιτικὴ, ὡς φανατικὰ ὀρθόδοξος, ἀποκήρυξε καὶ ἐπισήμως [διότι οὐσιαστικῶς δὲν ἴσχυσε ποτὲ] τὴν ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν ποὺ εἶχε ἀποφασιστεῖ στὴ Λυῶν τὸ 1274.

Ἡ ἐξαιρετικά πρωτοποριακὴ του μεταρρύθμισις στὸ δικονομικὸ σύστημα, ὅπου δώδεκα ἀνώτεροι ἐκκλησιαστικοί ἡγέτες καὶ λαϊκοὶ ἀξιωματοῦχοι, ἀναλάμβαναν νὰ δικάζουν ἀμερόληπτα καὶ ἀδωροδόκητα, ἀκόμη καὶ ἐάν ἐπρόκειτο γιὰ τὸν ἴδιο τὸν αὐτοκράτορα, δὲν ἀπέδωσε τὰ ἀναμενόμενα ἀποτελέσματα.

Ἡ μονόπλευρη στάσις του ὑπέρ τῶν Γενουατῶν, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴ δημιουργία πολεμικῆς συρράξεως μεταξὺ Βενετίας καὶ Γένουας, ἀπό τὴν ὁποῖα ἡ αὐτοκρατορία ὑπέστη ἀπώλειες καὶ ταπεινώσεις. Ἡ βυζαντινὴ Χίος, κατελήφθη ὑπό τοῦ Γενουάτου, Βενέδικτου Ζακάρια τὸ 1304. Τὸ 1309, τὸ Βυζάντιο εἶχε μία περαιτέρω ἀπώλεια, ὅταν ἡ νῆσος τῆς Ρόδου ἔπεσε στὰ χέρια τῶν Ἰωαννιτῶν Ἱπποτῶν.

Παρ’ὅλο ποὺ ἡ αὐτοκρατορία ἔχασε τμήματα τῆς Μακεδονίας ἀπό τοὺς Σέρβους, ὁ Ἀνδρόνικος, κάνοντας χρήση τῆς βυζαντινῆς διπλωματίας, [πάντρεψε τὴν κόρη του Σιμωνίδα, μὲ τὸν Σέρβο βασιλέα καὶ ὡς προῖκα παραχώρησε τὶς ἤδη κατακτημένες ἀπό τοὺς Σέρβους περιοχὲς], πέρασε τὴν Σερβία στὴν περίοδο πολιτιστικοῦ ἐκβυζαντινισμοῦ της.

Στὴν ἐμφύλια σύγκρουση ποὺ ξέσπασε μεταξὺ τοῦ ἰδίου καὶ τοῦ ἐγγονοῦ του, Ἀνδρονίκου Γ’ τὸ 1321, ἀναγκάσθηκε νὰ παραχωρήσῃ περιοχὲς τῆς Θράκης, μὲ δικαίωμα νὰ ἀσκεῖ μόνο τὴν ἐξωτερική πολιτικὴ. Μετὰ ἀπό μία περίοδο σχετικῆς ἡρεμίας, σὲ νέα φάση τοῦ ἐμφύλιου πολέμου, καὶ σὲ προχωρημένη πλέον ἡλικία, παραιτήθηκε τοῦ θρόνου, τὸν Μάϊο τοῦ 1328, ὑπέρ τοῦ νικητοῦ ἐγγονοῦ του, Ἀνδρονίκου Γ΄.

Τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1330, συνεργάτες τοῦ Ἀνδρονίκου Γ’, τὸν ἀνάγκασαν νὰ περιβληθῇ τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ νὰ παραιτηθῇ γραπτῶς ἀπό τὸ θρόνο.


[ shortlink ] : http://wp.me/p12k4g-44P

Σε περίπτωση αναδημοσιεύσεως, να αναφέρεται η πηγή

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

Ο σεβαστοκράτορας Ισαάκιος Κομνηνός (1093-1152)



Ο πορφυρογέννητος Ισαάκιος Κομνηνός γεννήθηκε το 1093 μ.Χ. Από τον πατέρα του Αλέξιο έλαβε τον τίτλο του “καίσαρα”. Ο Ισαάκιος υπήρξε χωρίς αμφιβολία μια από τις πιό ενδιαφέρουσες και πολύπλευρες προσωπικότητες της οικογενείας των Κομνηνών. Επιδέξιος στρατηγός αλλά και άνθρωπος των γραμμάτων και της τέχνης ασχολήθηκε εντατικά με την ποίηση, τη θεολογία, και τη φιλοσοφία, αλλά και με μακρόπνοα εκκλησιαστικά και κοινωφελή έργα. Έτσι ο Θεόδωρος Πρόδρομος τον αποκαλεί, ανάμεσα σε άλλα, ικανό «...και στρατηγέίν άμα και επιστατείν ποιήμασι και φιλοσοφείν». 

Μετά τον θάνατο του πατέρα του, το 1118, στη διαμάχη που ξέσπασε ανάμεσα στην πρωτότοκη, γνωστή ιστοριογράφο, Άννα και τον τριτότοκο Ιωάννη, ο Ισαάκιος τάχθηκε με το μέρος του αδελφού του. Γι’ αυτό ο Ιωάννης μετά την αναγόρευση του, τον προήγαγε σε “σεβαστοκράτορα”. Η συνεργασία και η αγάπη των δύο αδελφών δεν κράτησε πολύ. Το 1123 και πριν ακόμα από το θάνατο της μητέρας του Ειρήνης, ο Ισαάκιος, σε ηλικία 30 ετών, άνδρας ψηλός, μεγαλόπρεπος και τολμηρός· καθώς ήταν “ερωτευμένος με τη βασιλεία και τον έτρωγε η επιθυμία να περιβληθεί το στέμμα”, οργάνωσε συνωμοσία ενάντια στον αδελφό του, ο οποίος έλειπε σε εκστρατεία κατά των Τούρκων και απέβλεπε στην κατάληψη του θρόνου. Η συνωμοσία αποκαλύφθηκε, ο Ιωάννης Β' αναβάλλοντας τις επιχειρήσεις επέστρεψε, ενώ ο Ισαάκιος για να μην συλληφθεί, διέφυγε. 

Τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια τα πέρασε πλάνητας στην Ανατολή, ανάμεσα στον εμίρη της Καππαδοκίας, στον δούκα της Τραπεζούντας, στον σουλτάνο του Ικονίου, στον πρίγκιπα της αρμενικής Κιλικίας και στον λατίνο βασιλιά της Ιερουσαλήμ, προσπαθώντας με την βοήθεια όλων αυτών να ανατρέψει τον αδελφό του Ιωάννη και να περιβληθεί ο ίδιος την πορφύρα. Μόνο μετά τις σημαντικές νίκες του Ιωάννη Β' στη Μικρά Ασία το 1138, απογοητευμένος από τις άκαρπες προσπάθειες του, ζήτησε τη συμφιλίωση με τον Ιωάννη και ο ανεξίκακος αδελφός του με μεγάλη ευχαρίστηση και ανοιχτόκαρδα τον δέχτηκε στην Κωνσταντινούπολη μαζί με το γιο του. Τον επόμενο κιόλας χρόνο μπλέχτηκε πάλι σε μηχανορραφίες για την κατάληψη του θρόνου, με αποτέλεσμα να εξοριστεί το 1140 στην Ηράκλεια του Πόντου. 

Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του αδελφού του αυτοκράτορα Ιωάννη Β' το 1143, τον θρόνο κατέλαβε ο ανεψιός του Μανουήλ Γ', αφήνοντας για μια ακόμα φορά τις φιλοδοξίες και τα όνειρα του Ισαακίου ανεκπλήρωτα. Ο Μανουήλ συγχώρεσε τον θείο του, τον απάλλαξε από την εξορία και τον κράτησε κοντά του με τον ίδιο τίτλο του σεβαστοκράτορα και μάλιστα τον πήρε μαζί του στη πρώτη του εκστρατεία εναντίον των Σελτζούκων. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας η στάση του Ισαακίου στο νέο αυτοκράτορα και ανεψιό του δεν ήταν ολότελα φωτισμένη. Όταν από λάθος διαδόθηκε ότι ο Μανουήλ σκοτώθηκε, ο Ισαάκιος έσπευσε να αυτοανακηρυχθεί αυτοκράτωρ. Μόνο μετά το 1150, ίσως με την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων κάποιας αρρώστιας του, σε ηλικία 50 ετών, κόπασε αυτή η φιλαρχία του. 

Το 1151/2 κατά το παράδειγμα των γονέων του και του αδελφού του, ο Ισαάκιος αποφασίζει να ιδρύσει ένα πρότυπο μοναστήρι. Η υγεία του είναι πιά κλονισμένη, αναλογίζεται τον θάνατο που πλησιάζει, αναπολεί την ζωή του και την πολιτική του δράση συνυφασμένη με συνεχείς συνωμοσίες και παράνομες πράξεις κι αποφασίζει να αναπτύξει τις πνευματικές του δραστηριότητες και να μεριμνήσει για την σωτηρία της ψυχής του. «...αλλ’ ώσπερ διατελέσας τον παρελθόντα του βίου μου δίαυλον οία περ άγονον και αναίσθητον βλάστημα, οψέποτε μόγις της μακράς αμυδρώς και χειρίστης συνήθειας ανένευσα ως εκκάρου βαθέος της αγνωσίας... προς κουφισμον τινά και συγχώρησιν των απείρων απειράκις αμαρτημάτων μου... ιερόν της θεομήτορος εκαίνισα συν Θεώ φροντιστήριον...». 

Πέρα από την καθαρά εκκλησιαστική σημασία της πράξεως αυτής, η ίδρυση της Κοσμοσώτηρας στο συγκεκριμένο τόπο είχε συγχρόνως και πολιτικοοικονομικό και στρατιωτικό χαρακτήρα. Η θέση της Βήρας δίπλα στην Εγνατία οδό και κοντά στην κορυφή του δέλτα του Έβρου διαλέχτηκε ακριβώς για τους λόγους αυτούς. Στην απέναντι κωμόπολη Κύψελα (σημ. Ipsala της Τουρκίας) κατέληγε η Εγνατία που ξεκινούσε από το Δυρράχιο της Ηπείρου και ένωνε την Ανατολή με την Δύση. Στο δέλτα κατέληγε η οδός που έφερνε τα εμπορεύματα από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Αδριανούπολη και από εκεί μέσο της κοίτης του ποταμού κατέληγαν στο Αιγαίο. Έτσι στα βόρεια και δυτικά υψώματα που δεσπόζουν αυτής της περιοχής και της εύφορης νότιας πεδιάδας, έρχεται ο Ισαάκιος και χτίζει μια οχυρωμένη Μονή. Γύρω από την Μονή σχεδιάζει αμέσως και ένα οικισμό, όπου συγκεντρώνονται οι κάτοικοι των γύρω χωριών. Ο σεβαστοκράτορας δαπάνησε για τα κύρια κτίσματά της Μονής σχεδόν ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία του. Ο ίδιος προσωπικά, αν και βαριά άρρωστος, ακουμπισμένος στο ραβδί του, πήγαινε και παρακολουθούσε τις εργασίες της οικοδόμησης με κάθε λεπτομέρεια. 


Τμήμα της μαρμάρινης πλάκας που είχε τεθεί στον τάφο του Ισαακίου και βρίσκεται στο Μουσείο της Αλεξανδρούπολης

ΑΙΣΘΗΣΙΝ ΕΜΠΙΚΡΑΙΝΩ ΝΙΚᾼ ΚΑΡΑΣ ΑΛΛ’ Ω ΒΡΑΒΕΥΤΑ ΤΩΝ ΚΑΛΩΝ ΤΩΝ ΕΝΘΑΔΕ ΚΑΙ ΠΑΛΙΝ ΑΥΤΑ ΛΑΜΒΑΝΩΝ ΕΠΑΝ ΘΕΛΗΣ ΩΣ ΣΤΑΧΥΝ ΩΣ ΜΑΡΓΑΡΟΝ ΩΣΜΕΛΙ ΣΑΙΣ ΑΠΟΘΗΚΑΙΣ ΤΟΥΤΟΝΙ ΘΗΣΑΥΡΙΣΑΙΣ ΩΣ ΕΥΘΑΛΕΣ ΤΙ ΔΕΝΔΡΟΝ ΕΙΣ ΤΡΥΦΗΣ ΠΕΔΟΝ ΚΑΤΑΦΥΤΕΥΣΑΙΣ ΣΟΝ ΛΑΤΡΙΝ ΤΟΝ ΔΕΣΠΟΤΗΝ

Οξύνω την αίσθηση με τη νίκη της λογικής Αλλά συ που επιβραβεύεις με τα εγκόσμια αγαθά και που τα παίρνεις πάλι πίσω όταν εσύ θέλεις είθε να τον αποθησαυρίσεις στις αποθήκες σου αυτόν τον άρχοντα που σε λατρεύει σαν στάχυ, σαν μαργαριτάρι, σαν μέλι, είθε να τον καταφυτεύσεις σαν κάποιο θαλερό δένδρο σε πεδιάδα ευφροσύνης


Πέθανε λίγο μετά το 1152, αφού ολοκλήρωσε και συγγραφή του Τυπικού της Mονής της Βήρας. Στην Κωνσταντινούπολη είχε προετοιμάσει, στο νάρθηκα του ναού της Mονής Χώρας, ένα πολυτελή τύμβο για να δεχτεί το σκήνωμά του, αλλά τελικά άλλαξε γνώμη και προτίμησε να ταφεί στην Κοσμοσώτηρα, στη Βήρα, μακριά από τη Βασιλεύουσα, όπως η περιπετειώδης ζωή του τον κράτησε μακριά της όσο ζούσε. Γι’ αυτό μετέφερε τον τύμβο στη Mονή της Κοσμοσώτηρας στη Βήρα, όπου και πραγματικά τάφηκε στο αριστερό μέρος του νάρθηκά της. Πάνω από τον τάφο του τοποθετήθηκε η εξής επιγραφή, πιθανώς συνταχθείσα από τον ίδιο, που φυλάσσεται σήμερα στο Εκκλησιαστικό Μουσείο Αλεξανδρουπόλεως: 

“Αίσθησιν εμπικραίνων ή και καρδιαν αλλ’ ω βραβευτά των καλών των ενθάδε και πάλιν αυτά λαμβάνων επάν θέλης ως στάχυν, ως μάργαρoν, ως γλυκύ μέλι ταις αποθήκαις τούτον θησαυρίσαις ως ευθαλές τι δένδρον εις τρύφης πεδον καφυτεύσαις σον λάτριν τον δεσπότην”.


Μετάφραση: “Εσύ που πικραίνεις κάθε αίσθηση αλλά και την καρδιά, που βραβεύεις τις καλές πράξεις αυτού του κόσμου, και τις υπολογίζεις όπως θέλεις, σαν στάχυ, σαν μαργαριτάρι, σαν γλυκό μέλι, αποθησαύρισε στη βασιλεία σου, σαν ανθισμένο δένδρο σε ευφρόσυνη κοιλάδα και φύτευσε εκεί αυτόν τον άρχοντα που σε λάτρευσε.” 

Σήμερα ο νάρθηκας του καθολικού με τον τάφο δεν υπάρχουν παρά μόνο η ως άνω πλάκα. 

Τριάντα χρόνια μετά το θάνατο του σεβαστοκράτορα Ισαάκιου Κομνηνού, ο γιος του Ανδρόνικος Κομνηνός έγινε αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη. Αμέσως το 1183 ήρθε στη Θράκη, “τα Κύψελα καταλαμβάνει και τοις εκείσε κυνηγεσίαις ενευφρανθείς, κατά την πατρώαν αφικνείται Mονήν την εν Βήρα διακειμένην και τω του φυσάντος εφίσταται μνήματι”.


Το Τυπικό της Μονής 


Ο σεβαστοκράτορας Ισαάκιος Κομνηνός, όπως έκαναν η μητέρα του Ειρήνη Δούκαινα και ο αδελφός του Ιωάννης, συντάσσει κι αυτός Τυπικό της μονής που έκτισε στη Βήρα, κανονίζοντας με κάθε δυνατή λεπτομέρεια όλη την εσωτερική ζωή και δραστηριότητα των μοναχών της.

Το κείμενο του Τυπικού, το οποίο σε γενικές γραμμές ακολουθεί το Τυπικό της Μονής της Ευεργέτιδος στην Κωνσταντινούπολη, μας αποκαλύπτει μια ποιητική διάσταση της προσωπικότητος του Ισαακίου και συγχρόνως φιλοσοφική. Πίσω από τον πολιτικό, διπλωμάτη και στρατηγό, κρύβεται ένας καλλιτέχνης που η αισθητική του έκφραση αναζητά διαρκώς την αρμονία σε πρόσωπα και πράγματα, χωρίς να λησμονεί την πραγματικότητα της ζωής. "Ικανός και στρατηγείν άμα και επιστατείν ποιήμασι και φιλοσοφείν". Ο Ισαάκιος στο Τυπικό του ανακήρυσσε την Μονή "ολότελα ελεύθερη, αυτοδέσποτη, ιδιοδέσποτη", χωρίς να υπάγεται σε καμία εξουσία, είτε βασιλική είτε πατριαρχική, αλλά και χωρίς να ορίζει κανένα Έφορό της απ’ τη γενιά του και τους κληρονόμους του. Το μοναστήρι έγινε κοινόβιο και έπρεπε οι μοναχοί να τρώνε σε τράπεζα όλοι μαζί το ίδιο φαγητό, να πίνουν το ίδιο κρασί, να φορούν τα ίδια ρούχα και παπούτσια, χωρίς εξαίρεση ούτε για τον ηγούμενο, μόνο για τους αρρώστους μοναχούς μπορούσε να κανονιστεί μια ιδιαίτερη δίαιτα. 

Ο αριθμός των μοναχών οριζόταν σε πενήντα για την υμνωδία και εικοσιτέσσερεις ακόμα, για τα διάφορα διακονήματα της Μονής, συνολικά σε 74. Δεν τον ενδιαφέρει τόσο ο αριθμός των μοναχών, όσο η θεάρεστη πολιτεία των ολίγων. Αυστηρός και έμπειρος ο σεβαστοκράτορας, όριζε πως οι μοναχοί δεν έπρεπε να είναι ευνούχοι, αλλά άνδρες όχι κάτω των 30 χρόνων. Μια εξαίρεση μπορούσε να γίνει για τους συγγενείς των ήδη μοναχών, που επέτρεπε να είναι κάτω των 30 αλλά άνω των 26 χρόνων. Νέοι κάτω των 24 ετών δεν έπρεπε να αναστρέφονται στο μοναστήρι έστω κιΑΝήταν συγγενείς του ηγούμενου ή των μοναχών. Σε κάθε κελλί θα έμεναν δύο μοναχοί, για ορισμένους όμως μπορούσε να διατάξει ο ηγούμενος να μείνουν ένας - ένας. 

Ενώ ο Ισαάκιος όριζε να γίνεται κάθε μέρα άφθονη διανομή αγαθών στον πυλώνα της Μονής, απαγόρευσε να γίνεται αυτό και στις γυναίκες. "Όχι, γράφει, γιατί μισούμε το γυναικείο φύλο, κάθε άλλο, αλλά γιατί θέλουμε να απομακρύνουμε τη διαφαινόμενη βλάβη των μοναχών απ’ την προσέλευση των γυναικών". Διανομή αγαθών και στις γυναίκες επιτρεπόταν μόνο κατά την πανήγυρη του Μοναστηριού στην επέτειο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και κατά την επέτειο του μνημοσύνου του, καθώς όριζε ο Ισαάκιος. Επίσης απαγόρευσε να μπαίνουν στο μοναστήρι γυναίκες εκτός από τις ημέρες των γιορτών της Κοιμήσεως, του Ευαγγελισμού και της Γεννήσεως της Θεοτόκου, οπότε μπορούσαν να πάνε να προσκυνήσουν στο ναό. 

Ο ηγούμενος της μονής έπρεπε να εκλέγεται από όλη την αδελφότητα, να χειροτονείται από τον μητροπολίτη Τραϊανουπόλεως και να παύεται απ’ αυτόν όταν υπήρχαν καταγγελίες των μοναχών για συγκεκριμένα λάθη του. Θα ήταν συγχρόνως και ο πνευματικός της Μονής αλλά θα όριζε επίσης κι άλλους μοναχούς "επιτηδείους στο να δέχονται λογισμούς". Γενικά ο ηγούμενος ήταν πανίσχυρος μέσα στο μοναστήρι καθώς μάλιστα δεν υπήρχε και Έφορος της Μονής. Είχε δικαίωμα να έχει πλοιάρια στη Μαρίτζα, ικανά για αλιεία αλλά και χρήσιμα για να μεταφέρονται οι μοναχοί στην Αίνο. 

Για το νοσοκομείο στον περίβολο της Μονής, δυναμικότητος 36 κλινών, όριζε στο Τυπικό του ο Ισαάκιος να υπάρχει ένας γιατρός που μένει μέσα στη Μονή και ένας κληρικός που να λειτουργεί στο ιδιαίτερο ναΐδιο του χώρου για τους ασθενείς. Συγκινητική είναι η προτροπή του ιδρυτή, να προσέχουν οι αρμόδιοιώστε να μη μένει "ούτε μια ώρα άδειο ένα κρεβάτι που κάποιος δυστυχισμένος με αγωνία ζητούσε να καταλάβει". 

Ο σεβαστοκράτορας προικοδότησε το μοναστήρι της Βήρας με τα απέραντα κτήματα από γονική κληροδοσία που είχε στην Αίνο και όρισε και κείνα, από όσα είχε παραχωρήσει στους αυλικούς του, να περιέρχονται μετά το θάνατό τους στην αγαπημένη του Κοσμοσώτειρα. Επίσης παραχώρησε στο μοναστήρι ως μετόχι, το ναό του Αγ. Στεφάνου του Αυρηλιανού με τα κτίσματά του, που βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία του σεβαστοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη. Τρεις μοναχοί της Κοσμοσώτειρας έπρεπε να μένουν στον Αγ. Στέφανο για τη θρησκευτική υπηρεσία του ναού αλλά και για να φιλοξενούν τους αδελφούς τους της Βήρας, όταν θα έρχονται για υποθέσεις της Μονής στην Βασιλεύουσα. Ακόμη, με ιδιαίτερο χρυσόβουλο κληροδοτεί στη Μονή της Βήρας και ιδιόκτητα πλοία, που μπορούσαν να προσορμίζονται στο λιμάνι της Μονής Βήρας, ίσως σε κάποιο από τα ανοίγματα του Έβρου με το δέλτα προς το θρακικό πέλαγος. 

O σεβαστοκράτορας ως κτήτορας, έχει την απαίτηση και ζητάει από τους μοναχούς να τον μνημονεύουν κάθε μέρα στις προσευχές τους για να συγχωρέσει ο Θεός τις πολλές αμαρτίες του. “Ω Θεού μήτερ και δέσποινα, ρύσαις τον προσελθόντα σοι δούλον σου και κτήτορα Ισαάκιον τη προς τον σον υιόν μεσιτεία σου της μελλούσης κολάσεως, εγκολπωσαμένη τούτον ταις αχράντοις ωλέναις σου”. Όπως και με αυστηρότητα αξίωνε από τους μοναχούς και τους κατά καιρόν ηγουμένους να μη τολμήσουν ποτέ να απεικονίσουν την μορφή του, είτε μέσα στο μοναστήρι είτε έξω, προσθέτοντας πως θα τον έχουν αντίδικο στη μέλλουσα κρίση,ΑΝ κάνουν κάτι τέτοιο.





Σάββατο, 7 Μαρτίου 2015

tekfur saray byzantine palace of the porphyrogenitus

The now ruined three-story Byzantine Palace of Tekfur Saray is situated in the walls of the city and was an annex to the great Palace of Blachernai, a complex of buildings which stood further down the hill towards the Golden Horn. The palace was situated at the very highest point within the city walls and was visable overa wide area.

The Turkish name, Tekfur Saray, means "Palace of the Sovereign" from the Persian word meaning "Wearer of the Crown".  It is the only well preserved example of Byzantine domestic architecture at Constantinople.  The top story was a vast throne room.  The facade was decorated with heraldic symbols of the Palaiologan Imperial dynasty and it was originally called the House of the Porphyrogennetos - which means "born in the Purple Chamber".  It was built for Constantine, third son of Michael VIII and dates between 1261 and 1291.
Constantine Palaiologos and his wife EireneThis is Constantine with his wife Eirene Raoulaina.  Constantine was born in 1261 and died in 1306. This image was painted when he was in his thirties.  He is wearing a tall red-silk hat - heavily embroidered with an enthroned image of his brother Andronicus, who was Emperor at the time, a caftan in heavy woven silk with tight sleeves, a red gold belt and an jeweled purse.  Constantine wears his hair in long lanky, loose curls, crops his finely combed beard and it's obvious he has big ears.  Small black shoes emerge from under his robe.

His wife is wearing a jeweled peaked crown from which are suspended ropes of pearls, gold and gemstones and large jeweled earrings.   She wears a heavy red silk and gold robe.  The top part descends to the knees with a fringe.  Underneath is a matching dress in the same silk.  The dress, which is lined in cream silk, has a high color and jeweled cuffs above the elbows, which are in heavy silk embroidery. Eirene's hair was been pulled back and falls in a long plait behind. Constantine and Eirene raise their hands in worship of Christ - who blesses them both.
This is everyday garb for them and this is how they would have dressed from day-to-day when they lived in the palace. At this time the silk could have been of Byzantine or Italian manufacture.
Their oblong palace was built between two wallswhich descend from the Porta Xylokerkou for a short distance, towards the Golden Horn.  Its long sides, facing respectively north and South, are teransverse to the walls, while its short western and eastern sides rest, at the level of the second story, upon the summit of the walls. Its roof and upper floors have vanished.  The whole surface of the building was decorated with beautiful patterns in brick and stone mosaic.  The many windows of the palace are framed in marble and their were graceful balconies on the east and south, which looked out over the superb views the lofty position of the palace commanded.
Constantinople map  from 1420There are two drawings of the palace. The first one by Cristoforo Buondelmonti is from around 1420.  It shows the palace turned around and facing southwest.  This was an artistic convention to make the building fit the map he had drawn.  It is labeled "Palace of the Emperor".  in this late period, during the last years of the Empire, the palace may have been the principal residence of the Emperor in this section of the city.
During the horrible civil wars of Andronicus III, and later John Catacuzene, the palace was occupied by both men at different times.
The palace was connected by a passage to the big Blachernai complex lower on the hill. It survives today because of its placement between two walls which insolated it from the terrible earthquakes which brought down so many other Byzantine palaces in the city.
This map was drawn by Melchior Lorck in 1559. he must have made detailed drawings of some of the most important buildings and a general view of the whole city panorama.  He then made a detailed city view.  He made mistakes in the final work.  Here we can see our palace.  He has turned the western facade, which faced out from the walls, around so that it faces the city. In the center of facade we can see the 'chapel' which projected out over corbels. It resembles the palace, but only in general terms.  One can see how it dominated this section of the city.
Lorck drawing of Tekfur Saray ConstantinopleBelow is a map of the palace, and surrounding structures. Click here to see a bigger image.
Plan of the Palace Tekfur Saray
Below are two pictures from the first years of the 20th Century showing the condition of the palace at that time.  Click here to see a bigger image of the first one.
Interior of Tekfur SarayBelow is a reconstruction from Byzantium 1200 of how the palace might have looked in Byzantine Times.
Reconstruction of Tekfur Saray from Byzantium 1200During Ottoman times, the palace was used as used a menagerie by the Sultans. They had several around the city and one in Tukfur Saray housed two huge elephants, giraffes and other 'docile' creatures.  One can see how the courtyard and ground floor could easily accomodate cages for animals as big as elephants and giraffes.
Here are two accounts from people who saw the Sultan's menagerie in the 16th century:
A man named Belon wrote, "There one saw the ruins of a very ancient palace, which the vulgates called the palace of Constantine.  The Turks used it to feed their elephants and other docile beasts."

Monsieur d'Aramon. Ambassador of the French King, reported, "There was also a certain place where one saw a monstrous number of savage beasts which were well guarded and among theme were lions, lionesses, tamed wolves, wild wolves, wild cats, leopards, lynx, wild donkeys, and ostriches in quantity.  In another place, one saw a certain beast which the residents called a sea pig and others called sea cow… In the same place they had two elephants, marvelously large."
A kiln was found at the site which was associated with a ceramic workshop that was established in the former palace in 1719.  Later it became a glass factory.  There were a large number of Jews living in this neighborhood at the time which was called Ayvansaray, and there were 7 synagoges here in 1900. They manufactured beautiful "Iznik" tiles in Tekfur Saray from the local white clay that had been used for hundreds of years to make pottery in and around Constantinople.  In the 19th century Tekfur Saray was a community center for the Jews of this district and the poor of the comminity were housed here. After a second life as a bottle factory the palace was abandoned and finally burned in 1911.
It is hard to know exactly when the palace lost its peaked roof and wooden floors.  From maps of the 18th century we can still see a roof, so when the place was 'ruined' - and what ruined meant at various stages - we don't know exactly.  It's hard to image the firing of kilns within the old palace, although they could have been in the courtyard.  I am trying to discover exactly where they were found.
Turkish drawing of Tekfur SarayHere in the two images at right you can see two Turkish maps from the 18th century that show Tekfur Saray in some detail.
Sorry for the terrible quality, it was really hard for me to pull this detail out of two low quality images.
In both cases you can see a balcony overlooking the city on the left and the peaked roof in place. The eves of the roof project out over the facade and gables.  This conflicts with modern restorations of the palace.  In the restoration above you can see a stepped gable with a shallow roof within.  This must be wrong.
Looking again at these two maps, one of them actually has a view through the lower arches - you can actually see a bit inside.
The maps differ in that one shows the courtyard as straight, while the other is angled.
Turkish Map of Tekfur SarayThe second, angled one is true to plan, as we can see from Mamboury's drawing earlier in this article.  The balcony over looking the city must have had wonderful views.
At the northwestern end of the court stood another part of the palace complex with huge windows piercing its western facade.  The monogram of the Palaiologian dynasty was found here, but has vanished.
Visitors to the palace in Ottoman times reported seeing the double-headed eagle of the Palaiologi on a lintel and capitals carved with French lilies.  This has been lost as well.
One scholar insists that these reports were inventions and that these decorations never existed.  He contends that Tekfur Saray was built during the reign of Manuel Comnenus and Palaiologian symbols would never have been found in the fabric of the building.
My sources for this page were Byzantine Constantinople, the Walls of the city and Adjoining Historical Sites by Alexander Van Milligen, 1899,  the Oxford Dictionary of Byzantium, Volume 3, 1991 and and The Palace of Lausus and Nearby Monuments in Constantinople: A Topographical Study from the American Journal of Archaeology, volume 101, 1997, by Jonathan Bardill.

source http://www.pallasweb.com/deesis/tekfur-saray-blanchernai-byzantium.html

Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Η Γέννηση του Χριστού μέσα από την Τέχνη


Μ. Δαμασκηνός: "Η προσκύνηση των Μάγων", β΄μισό 16ου αι.

Γράφει ο Γεράσιμος Γ. Γερολυμάτος

Ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα της παγκόσμιας ιστορίας, το σημαντικότερο ίσως για τη διεθνή χριστιανική κοινότητα, είναι η Γέννηση του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού στον ταπεινό στάβλο της ιουδαϊκής πόλης Βηθλεέμ, πριν από 2012 χρόνια. Δεν αποτελεί μόνο υπερφυσικό μυστήριο, που στο επίπεδο της θεωρίας απασχόλησε και ακόμα απασχολεί τους ειδικούς επιστήμονες, θεολόγους και θεογνώστες της χριστιανικής θρησκείας. Η Γέννηση του Χριστού σηματοδότησε τεράστιες και δραματικές αλλαγές στον ρου της ανθρώπινης παγκόσμιας ιστορίας, ακόμα και στο επίπεδο της πρακτικής, όπου οι συνέπειες και τα αποτελέσματα ενός ιστορικού γεγονότος, είναι κατά τεκμήριο, περισσότερο απτά και επιδεχόμενα αξιολόγησης και ιστορικής ανάλυσης.
Η Τέχνη που πάντα ακολούθησε μια εξελικτική πορεία παράλληλη προς το εκάστοτε θρησκευτικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής της, και μάλιστα συχνά, αποκτούσε χαρακτήρα ταυτοσημίας μέσα από τις λατρευτικές μορφές που δημιουργούσε για λόγους και ανάγκες της θρησκευτικής τελετουργίας, όπως ήταν φυσικό, εισήγαγε από τα πρώτα κιόλας χρόνια του Χριστιανισμού ένα σχετικό προς τη νέα θρησκεία θεματολογικό περιεχόμενο. Σύμβολα όπως ο ΙΧΘΥΣ, η άμπελος, ο αμνός, ο Ζωοποιός Σταυρός στην αρχή, και αργότερα εικονογραφικά θέματα και σκηνές από την παρουσία του ζώντος θεού επί της γης, από τη ζωή της θεομήτορος Παναγίας, των αγγέλων, των αποστόλων, των οσίων μαρτύρων και αγίων ανθρώπων της εκκλησίας, εμφανίζονται μέσα από τα λατρευτικά έργα μιας διαμορφούμενης εκκλησιαστικής τέχνης και όχι μόνο.

Δ. Θεοτοκόπουλος: "Η Γέννηση", 16ος αι.
Η εξέλιξη της χριστιανικής θεματογραφίας, όπως σταδιακά παγιώθηκε μέσα από κλειστές εικόνες περιγραφής σημαντικών γεγονότων από την ιστορία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, με συγκεκριμένους ήρωες ιδιαίτερου τύπου μορφών και κινήσεων, με σταθερούς συμβολισμούς και πάνω από όλα, με ευλαβική προσήλωση σε ό,τι αφορά την πιστή εικαστική απεικόνιση των ιερών κειμένων και της παράδοσης, δεν ήταν μια εύκολη ή ανώδυνη υπόθεση. Χρειάστηκε να αφομοιωθούν όλες οι προγενέστερες, αλλά και οι επόμενες καλλιτεχνικές επιδράσεις, οι δογματικές και θεολογικές αντιπαραθέσεις που συχνά επέφεραν σύγχυση και αστάθεια. Χρειάστηκε επίσης στην περίοδο της εικονομαχίας, να υπερασπισθεί την ύπαρξη της, πράγμα που πέτυχε, δεν κατάφερε όμως να διατηρήσει την ενότητά της στο επίπεδο μιας κοινής θεολογικής αντίληψης και μιας ενιαίας εικαστικής έκφρασης. Η Βυζαντινή Ορθόδοξη Τέχνη στην ανατολή και η Καθολική Τέχνη στη δύση ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους και δημιούργησαν άλλα κριτήρια και αισθητικές αντιλήψεις. Παρόλα αυτά παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό συνεπείς ως προς την αποδοχή μιας κοινής θεματογραφίας, στηριζόμενες στις μαρτυρίες και στις περιγραφές των σωτηριολογικών γεγονότων των Ευαγγελίων που δεν επιδέχονται καμιά αμφισβήτηση.

Φ. Κόντογλου: "Η Γέννηση", 20ος αι.
Η Γέννηση αποτελεί ένα από τα προσφιλέστερα εικονογραφικά θέματα που αφορούν τη ζωή του Χριστού, και απεικονίζεται συχνά μέσα στα έργα της Θρησκευτικής τέχνης, όσο και της τέχνης γενικότερα. Εκφράζει το γεγονός της θεϊκής ενανθρώπισης, της μετάβασης δηλαδή από το πνευματικό στο υλικό και το αντίστροφο. Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, είναι ένα ακόμη από τα κυρίαρχα θέματα που απεικονίζεται συχνά στη χριστιανική εικονογραφία και είναι, εκ προοιμίου συνδεδεμένος με το γεγονός της Γέννησης, αφού την προαναγγέλλει στη Μαρία μέσω του αρχαγγέλου Γαβριήλ, ο οποίος δίνει «στην ευλογημένη ανάμεσα στις γυναίκες» τις κατάλληλες οδηγίες, για τις προετοιμασίες της θεϊκής έλευσης. Ανάλογες οδηγίες δίνονται από τον άγγελο και προς τον ευσεβή Ιωσήφ που έχει επιλεγεί να είναι ο πιστός σύντροφος και συμπαραστάτης της Μαρίας στις δύσκολες ώρες του υπερφυσικού τοκετού. Η χριστιανική θεματογραφία ακολουθεί με μια λογική σειρά τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων προς το σημείο της τελείωσης. Ο Ευαγγελισμός, η Γέννηση, η προσκύνηση των μάγων, η σφαγή των νηπίων, η φυγή στην Αίγυπτο,είναι μερικά από τα διαδοχικά εικονογραφικά μοτίβα που πλαισιώνουν την κεντρική σκηνή της ιστορίας.

Giotto: "Η Γέννηση", 13ος αι.
Σύμφωνα με διάταγμα του Αύγουστου για τη φορολογική καταγραφή των κατοίκων της Ιουδαίας, έπρεπε οι πολίτες να μεταβούν στον τόπο της καταγωγής τους προκειμένου να εγγραφούν στους καταλόγους. Ο Ιωσήφ με την ήδη εγκυμονούσα Μαρία ταξίδεψαν στην μικρή πόλη της Βηθλεέμ για αυτό το σκοπό, και οπωσδήποτε εξωτερικά θα έμοιαζαν με οποιοδήποτε ζευγάρι Ιουδαίων εκείνης της εποχής. Στην πραγματικότητα όμως, τα πάντα συνέβαιναν κατά θεία οικονομία και σύμφωνα με τις παλαιές προφητείες του Μιχαίου για τη γέννηση του Μεσσία. Το ίδιο το γεγονός της Γέννησης μπορεί να ειδωθεί είτε σαν απομονωμένο εικονογραφικό στιγμιότυπο- όπως συνήθως απεικονίζεται στα έργα τέχνης- ή σαν τελική κατάληξη παράλληλων και ταυτόχρονων δράσεων που συγκλίνουν στο χώρο και στο χρόνο της Γέννησης. Για παράδειγμα, ταυτόχρονα με τη μετάβαση των Μαρίας και Ιωσήφ προς τη Βηθλεέμ, οι τρεις σοφοί Μάγοι από την Ανατολή, Βαλτάσαρ, Γκασπάρ και Μελχιόρ, ταξίδευαν επίσης προς την Ιουδαία ακολουθώντας το φωτεινό αστέρι, όπου σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους και με τις αρχαίες περγαμηνές επρόκειτο να γεννηθεί ο μέγιστος των βασιλέων. Ταυτόχρονα, ο βασιλιάς Ηρώδης θορυβημένος από τις φήμες της γέννησης ενός νέου βασιλιά, αναζητούσε τρόπους για να τον εξοντώσει. Στην εικονογραφία της Γέννησης βλέπουμε τους τρεις Μάγους γύρω από την φάτνη, να προσφέρουν στο θείο βρέφος τα συμβολικά δώρα τους, χρυσό, σμύρνα και λιβάνι. Πιο σπάνιες εικονογραφήσεις απεικονίζουν αποσπασματικά το ταξίδι των τριών Μάγων πριν, ή καθώς φτάνουν στο σπήλαιο της Γέννησης για να προσκυνήσουν τον Βασιλέα των βασιλέων.

Σε ό,τι αφορά το χώρο που εγεννήθη ο Χριστός, παρατηρείται μια απόκλιση ως προς το είδος και τη χρήση του, καθώς βλέπουμε σε μια σειρά από έργα τέχνης με εικονογράφηση της Γέννησης από καλλιτέχνες διαφόρων εποχών και ποικίλλων καλλιτεχνικών αντιλήψεων. Ο χώρος της Γέννησης απεικονίζεται με δύο βασικά μορφές, εκείνη του σπηλαίου που είναι συνηθέστερη στην Ορθόδοξη Βυζαντινή εικονογραφία, και του στάβλου ή της οικίας, που είναι συχνή στην εικονογραφία της δυτικής Καθολικής Τέχνης. Ωστόσο, το εικονογραφικό περιεχόμενο της Γέννησης, ανεξάρτητα από δόγματα, εποχές και δημιουργούς παραμένει ως προς τους βασικούς άξονες της ιδέας και τα πραγματολογικά στοιχεία που περιλαμβάνει, παρόμοιο και αρκετά συγκεκριμένο.

Benozzo Gozzoli : ''Το ταξίδι των Μάγων στη Βηθλεέμ" 
Λεπτομέρεια τοιχογραφίας από το παρεκκλήσι στο παλάτι των Μεδίκων, 
μεταξύ του 1459 και 1463
Τόσο στην παρουσία των ανθρώπων που έγιναν μάρτυρες του μεγαλύτερου θαύματος και συνάμα είχαν ενεργό συμμετοχή στην εκδήλωσή του, όπως η Μαρία και ο Ιωσήφ, όσο και των ανθρώπων εκείνων που η θεϊκή μεγαλοθυμία επέτρεψε να είναι από τους πρώτους που προσκύνησαν το αποκαλυπτόμενο μεγαλείο της ενανθρώπισης του Χριστού, όπως οι τρεις Μάγοι και οι απλοϊκοί βοσκοί. Η φάτνη με το θείο βρέφος, που ακτινοβολεί μέσα στο ημίφως του σπηλαίου το άκτιστο φώς του, πλαισιώνεται συνήθως από δύο-τρία ήμερα ζώα, όπως το βόδι, το γαϊδουράκι και το πρόβατο, που συμβολίζουν πέρα από τη ζέστη που παρείχαν στο νεογέννητο με τα χνώτα τους, την υποταγή και το σεβασμό ολόκληρης της φύσης, λογικής και άλογης, στο θαύμα της γέννησης του Δημιουργού της. Άγγελοι που δοξολογούν με το «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επι γής Ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία» φτερουγίζουν χαρμόσυνα λουσμένοι στο άπλετο φώς του μεγάλου Αστέρα που μόλις γεννήθηκε. Μάτια σαν παιδικά στα πρόσωπα των βοσκών, διάπλατα, γεμάτα λάμψη από δέος και θαυμασμό για το μυστήριο που αντικρίζουν. Εξωτικοί ποικιλόχρωμοι Μάγοι, με ρούχα πέρα από κάθε φαντασία και πλούσια στολίδια, χρυσοποίκιλτα υφάσματα και λευκές σεβάσμιες γενειάδες, γονατίζουν δακρυσμένοι από αγαλλίαση μπροστά σε ένα βρέφος. Η Θεοτόκος νέα και όμορφη, με την ανομολόγητη χαρά της γέννησης ενός τέτοιου τέκνου, ακουμπάει το χέρι απαλά στο στήθος της, στο σημείο της καρδιάς.

Corregio: '' Άγια  Νύχτα'',
εικόνα για Αγία Τράπεζα. Γύρω στο 1530
Ο καλλιτέχνης, που γνωρίζει την αρχή και το τέλος της ιστορίας, παρόλη την λάμψη ζωής που της φώτιζε στα μάτια ο γιός της, θέλει να υποδηλώσει με αυτή την κίνηση ένα βαθύ συναίσθημα της Μαρίας, έναν υπαινιγμό για τον πόνο του μέλλοντος που η χαρά της γέννησης τον έχει παραμερίσει, αλλά που τελικά θα την πληγώσει κάτω από τον σταυρό.

Όμως, το χαρμόσυνο γεγονός αποδιώχνει τη θλίψη, όπως ακριβώς το φώς του νεογέννητου Χριστού διώχνει κάθε σκοτάδι, ή όπως η ζωή πεισματικά και αιώνια αντιπαλεύει το θάνατο. Κάθε μικρό σημείο, κάθε κίνηση και βλέμμα μέσα στον πίνακα του Correggio «Άγια Νύχτα» συγκλίνει προς το φωτεινό βρέφος, που είναι η ίδια η λάμψη της ελπίδας, η ενανθρώπιση του ελέους και της σωτηρίας, από τη μεγάλη και κρύα νύχτα του χειμώνα των ψυχών.


«Οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η φύσις όλη…»

(πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό «πολιτιστική ΕΝΝΕΑΔΑ», τ. 3ο, 2001)

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Μακεδόνας που λατρεύτηκε σαν θεός




Χρήστος Μαζάνης-Φίλιππος Καραμέτος

Παγκόσμιο θαυμασμό και ενδιαφέρον προκαλούν οι νέες αποκαλύψεις στον λόφο Καστά σχετικά με την ύπαρξη κιβωτιόσχημου τάφου και την εύρεση σκελετού, πιθανότατα θνητού που λατρεύτηκε ως θεός. Η ανασκαφική ομάδα, έπειτα από δύο εβδομάδες πυρετωδών εργασιών κατάφεραν να εισέλθουν στον υπόγειο χώρο του τρίτου θαλάμου, καταφέρνοντας να λύσουν -σε βάθος 9 μέτρων- το μυστικό της κρύπτης.

Η ώρα της αλήθειας πλησιάζει για την αποκάλυψη του νεκρού της ΑμφίποληςΤα στοιχεία που παρουσιάζουν οι αρχαιολόγοι αφήνουν ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα για την ταυτότητα του νεκρού, ο οποίος ετάφη στο μνημείο για το οποίο χρησιμοποιήθηκε η μεγαλύτερη ποσότητα μαρμάρου στη Μακεδονία. Η αγωνία μεγαλώνει περισσότερο μετά και τις δηλώσεις της επικεφαλής της ανασκαφικής ομάδας, Κατερίνας Περιστέρη, καθώς η ίδια θεωρεί ότι ο τάφος ανήκει σε επιφανή Μακεδόνα στρατιωτικό, πιθανότατα στρατηγό, τηρώντας αποστάσεις όμως από την άποψη ότι πρόκειται για τον Μέγα Αλέξανδρο.

Εύλογα προκύπτει το εξής ερώτημα: Ποιος θα μπορούσε να είναι ο ήρωας τον οποίο θα λάτρευαν τόσο πολύ εκείνη την εποχή ώστε να του φτιάξουν και να του αφιερώσουν ένα τόσο εντυπωσιακό και ιδιαίτερα δαπανηρό μνημείο; Βεβαίως, η μη ανακάλυψη (προς το παρόν) χρυσών στεφανιών, νομισμάτων ή άλλων αμύθητης αξίας θησαυρών, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο τάφος έχει συληθεί και πιθανότατα όχι μια φορά.

Η ώρα της αλήθειας πλησιάζει για την αποκάλυψη του νεκρού της Αμφίπολης, μέσα από τον σκελετό που βρέθηκε στον κιβωτόσχημο τάφο. Το πρώτο βήμα για την ταυτοποίηση αυτή θα είναι η ανθρωπολογική μελέτη. Στη συνέχεια θα γίνει ραδιοχρονολόγηση με άνθρακα 14 που θα αποκαλύψει, κατά προσέγγιση, πόσο έζησε ο νεκρός, ωστόσο η ανάλυση αρχαίου DNA πιθανότατα θα πρέπει να πραγματοποιηθεί σε εξειδικευμένα εργαστήρια του εξωτερικού.

Αίσθηση, πάντως, προκαλεί η εκπληκτική ομοιότητα των ευρημάτων- που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας από τον λόφο Καστά της Αμφίπολης- με τη «σαρκοφάγο του Μεγάλου Αλεξάνδρου» στη Σιδώνα.


(Αριστερά η σαρκοφάγος του Μεγάλου Αλεξάνδρου και δεξιά αυτά τα οποία βρέθηκαν στην Αμφίπολη)

Η σαρκοφάγος του Αλεξάνδρου αποτελεί το σπουδαιότερο έκθεμα του Αρχαιολογικού Μουσείου της Κωνσταντινούπολης. Βρέθηκε στον τελευταίο από τους επτά νεκρικούς θαλάμους στη βασιλική νεκρόπολη της Σιδώνας στη Φοινίκη (σημερινός Λίβανος) στο τέλος του 19ου αιώνα, όταν η περιοχή αποτελούσε τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από τον Οσμάν Χαμντί, ιδρυτή και διευθυντή του Αρχαιολογικού Μουσείου Κωνσταντινούπολης. 

Η νεκρόπολη ανήκε στους βασιλείς της πόλης και χρησιμοποιήθηκε για τη ταφή τους από τα μέσα του 5ου αιώνα μέχρι και τον ύστερο 4ο αιώνα π.Χ. 

Η σαρκοφάγος είναι πιθανό να φτιάχτηκε για τον Αβδαλώνυμο, τελευταίο βασιλιά της Σιδώνας, που ενθρονίστηκε από τον Αλέξανδρο μετά τη μάχη της Ισσού (333π.Χ.) και κυβέρνησε έως τον θάνατό του, το 331 π.Χ. Κατασκευάστηκε από πεντελικό μάρμαρο, από Έλληνα καλλιτέχνη προφανώς, όταν ακόμη ο Αβδαλώνυμος ήταν εν ζωή, ανάμεσα στο 325 και το 311 π.Χ. 



Η παρουσία αετωμάτων, ακρωτηρίων και υδρορροών στο κάλυμμα της σαρκοφάγου παραπέμπει σε αρχαίο ελληνικό ναό. Η κορυφή της στέγης διακοσμείται με γυναικεία κεφάλια. Στις πλευρές της, αλλά και στα αετώματα, φέρει ανάγλυφες παραστάσεις με μάχες και κυνήγια, γεμάτες μορφές με περσικά ενδύματα και μορφές που είναι είτε Μακεδόνες είτε άνδρες άλλων ελληνικών πόλεων. Μερικοί από τους τελευταίους φορούν κοντό χιτώνα και φέρουν οπλισμό, ενώ άλλοι είναι γυμνοί.



Η κύρια σκηνή της σαρκοφάγου θεωρείται το κυνήγι λιονταριού στη μία μακριά πλευρά, στο οποίο συμμετέχουν ο Αβδαλώνυμος, ο Αλέξανδρος, αλλά και ο Ηφαιστίωνας, ο στενός σύντροφος του Αλεξάνδρου. Ο σκοπός αυτής της παράστασης ήταν να ενισχύσει τη βασιλική εικόνα του Αβδαλώνυμου, καθώς τον παρουσιάζει να ασχολείται με το κυνήγι, ένα κατεξοχήν άθλημα βασιλέων, και μάλιστα συντροφιά με τον κατακτητή, που είχε γίνει ο Μέγας Βασιλεύς της Ασίας.


(Σαρκοφάγος του Αλεξάνδρου-Πάνω δεξιά διακρίνεται και λιοντάρι)

(Οστέινα και γυάλινα διακοσμητικά στοιχεία φερέτρου που βρέθηκαν στον τάφο της Αμφίπολης) 

Μεγαλοπρέπεια…

Το ταφικό μνημείο ήταν ιδιαίτερα ακριβό και γι' αυτό πιθανότατα πρόκειται για δημόσιο έργο. Ένα έργο που κατασκευάστηκε προκειμένου να αφιερωθεί σε έναν σπουδαίο άνδρα της εποχής. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η συνολική περιγραφή που κάνει η ανασκαφική ομάδα στον τάφο για να δείξει το μεγαλείο του τονίζοντας ότι χρησιμοποιήθηκε η μεγαλύτερη ποσότητα μαρμάρου στη Μακεδονία. Μαζί με τα άλλα ευρήματα (Σφίγγες, Καρυάτιδες κ.λπ.), το ύψος του τάφου (33 μέτρα) και φυσικά το λιοντάρι, δείχνουν ότι πρόκειται για μια πρωτοφανή κατασκευή.

Σημαντική είναι επίσης και η εύρεση κομματιών από τον περίβολο του τάφου, που αποκαλύφθηκαν με την απομάκρυνση των νερών της λίμνης Κερκίνης.

Περιστέρη: «Η περίβολος κρύβει μυστικά και εκπλήξεις»


«Η ανασκαφή στον λόφο Καστά ολοκληρώθηκε με τον καλύτερο επιστημονικό τρόπο, έχουμε έναν καταπληκτικό τάφο. Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους τους συνεργάτες που έδωσαν την ψυχή τους γι αυτή την ανασκαφή, από το υπουργείο Πολιτισμού μέχρι και τον τελευταίο εργαζόμενο και πέρα από αυτό θέλω να ευχαριστήσω τον πρύτανη του ΑΠΘ, που ήρθε στην ομάδα μας και τον Γρηγόρη Τσόκα για να συνεχίσουμε τον αγώνα και τη δουλειά μας στον Τύμβο. Η ανασκαφή δεν έχει σταματήσει, θα συνεχίσουμε γιατί ακόμη η περίβολος μας διαφυλάσσει πολλά μυστικά», δήλωσε η αρχαιολόγος Κατερίνα Περιστέρη κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου.

Από την πλευρά της, η γενική γραμματέας του υπουργείου Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη ανέφερε ότι «με την αποκάλυψη του κιβωτιόσχημου τάφου και του σκελετού του νεκρού ολοκληρώνεται η φάση αυτή της αρχαιολογικής έρευνας. Υπολείπονται πολλά να γίνουν για το συνολικό μνημείο το οποίο καλύπτει ο τύμβος Καστά. Είμαστε πραγματικά ευτυχείς που ένα τόσο σημαντικό μνημείο προστίθεται στο παζλ της ιστορίας και της αρχαιολογίας της περιοχής. Είναι πολύ σημαντικό για την περιοχή που ένα τέτοιο εύρημα, ένα τόσο σημαντικό μνημείο έρχεται να συνδεθεί με όλα τα άλλα πλούσια ευρήματα της περιοχής, αποτελώντας και συμπληρώνοντας ένα πολύ σημαντικό αναπτυξιακό πόρο για το σύνολο της Μακεδονίας και της χώρας».

Play Button


Η ανακοίνωση του Υπουργείου Πολιτισμού:

Σε βάθος 1,60μ. από τους σωζόμενους λίθους του δαπέδου, αποκαλύφθηκε μεγάλος κιβωτιόσχημος τάφος, κατασκευασμένος από πωρόλιθους, καθώς και σκελετόςκάποιου θνητού της εποχής, στον οποίον αποδόθηκαν λατρευτικές τιμές ως θεού.



Ο τάφος στην Αμφίπολη
Ο τάφος στην Αμφίπολη


Αποκαλύφθηκε μεγάλος κιβωτιόσχημος τάφος, κατασκευασμένος από πωρόλιθους, καθώς και σκελετόςΟι εξωτερικές διαστάσεις του τάφου είναι μήκους 3,23μ., πλάτους 1,56μ. και σωζόμενου ύψους 1 μ. Ωστόσο, βρέθηκαν, κατά την ανασκαφή, ορθοστάτες από την ανωδομή του τάφου, που μας επιτρέπουν να θεωρήσουμε ότι το ύψος του έφθανε τουλάχιστον το 1,80μ.

Εντός του τάφου δημιουργήθηκε μια επιμήκης βάθυνση πλάτους 0,54μ. και μήκους 2,35μ. 



Πρόκειται για τη θέση στην οποία τοποθετήθηκε ξύλινο φέρετρο. Βρέθηκαν, διάσπαρτα, σιδερένια και χάλκινα καρφιά, καθώς και οστέινα και γυάλινα διακοσμητικά στοιχεία του φερέτρου. 

Οστέινα και γυάλινα διακοσμητικά στοιχεία του φερέτρου που βρέθηκαν εντός του τάφου
Οστέινα και γυάλινα διακοσμητικά στοιχεία του φερέτρου που βρέθηκαν εντός του τάφου


Επισημαίνεται ότι το συνολικό ύψος του τρίτου θαλάμου από την κορυφή της θόλου έως τον πυθμένα του τάφου είναι 8,90μ.

Εντός του τάφου βρέθηκε ο σκελετός του νεκρού. Είναι προφανές ότι το ανθρωπολογικό υλικό θα εξεταστεί από ειδικούς επιστήμονες. Είναι, εξίσου, προφανές ότι θα γίνουν όλες οι έρευνες τις οποίες απαιτεί η σύγχρονη επιστήμη.

Το ταφικό συγκρότημα στον λόφο Καστά είναι ένα δημόσιο έργο, που για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκε η μεγαλύτερη ποσότητα μαρμάρου που έχει ποτέ χρησιμοποιηθεί στη Μακεδονία. Να σας θυμίσω τα στοιχεία της μοναδικότητάς του: τύμβος ύψους 33μ. και επ᾽ αυτού το βάθρο με το υπερμέγεθες λιοντάρι, συνολικού ύψους 15,84. Οι σφίγγες, οι καρυάτιδες και το υπέροχο ψηφιδωτό με την αρπαγή της Περσεφόνης, αλλά και τα μαρμάρινα ζωγραφισμένα επιστύλια, τα οποία, αυτήν τη στιγμή, συντηρούνται στο εργαστήριο του Μουσείου Αμφίπολης. Επισημαίνεται το πρωτοφανές ύψος του συνόλου της κατασκευής.

Επομένως, αυτό το μνημείο αποτελεί μοναδική και πρωτότυπη σύνθεση ποικίλων χαρακτηριστικών. 

Πιθανότατα, πρόκειται για μνημείο αφηρωισμένου νεκρού, δηλαδή θνητού στον οποίον αποδόθηκαν λατρευτικές τιμές από την κοινωνία της εποχής του. Ο νεκρός ήταν εξέχουσα προσωπικότητα, καθώς μόνον έτσι εξηγείται η κατασκευή αυτού του μοναδικού ταφικού συγκροτήματος.

Προκειμένου να δρομολογηθούν οι εργασίες αποκατάστασης του μνημείου, μελετώνται συστηματικά τα διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη, τα οποία έχουν ταυτιστεί και αποδοθεί στον περίβολο. Πρόκειται για 500 περίπου μαρμάρινα μέλη, που βρίσκονται στη γύρω περιοχή, εκεί όπου σήμερα είναι τοποθετημένο το λιοντάρι, ενώ καθώς αποσύρθηκαν, προ ολίγων ημερών, τα νερά της λίμνης Κερκίνης, αποκαλύφθηκαν περισσότερα από εκατό μέλη του περιβόλου, όπως γείσα, ορθοστάτες και στέψεις. Είχαν μεταφερθεί το 1936 από την Ούλεν, η οποία είχε αναλάβει την κατασκευή του φράγματος της Κερκίνης.





Στο πλαίσιο των αρχαιολογικών ερευνών στον τύμβο έγινε έλεγχος και δειγματοληψία των ιζημάτων, εσωτερικά και εξωτερικά του τάφου, όπως και γεωτρητικός έλεγχος του υπεδάφους του, ώστε να διαπιστωθεί το γεωλογικό υπόβαθρο. Τα ιζήματα αποτελούνται από εναλλαγές άμμου και μάργας, λιμναίας προέλευσης.

Για τις επόμενες ημέρες προβλέπεται η ολοκλήρωση του κοσκινίσματος των χωμάτων, η ολοκλήρωση των υποστυλωτικών εργασιών και η συνέχιση των εργασιών συντήρησης στο μνημείο, αλλά και των ευρημάτων στο εργαστήριο του Μουσείου της Αμφίπολης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη συντήρηση των τμημάτων του ελλείποντος μέρους του ψηφιδωτού.

Σχέδιο του Υπουργείου Πολιτισμού
Σχέδιο του Υπουργείου Πολιτισμού


Γεωφυσικές διασκοπήσεις

1. Η γεωφυσική διασκόπηση θα γίνει από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ειδικότερα από το εργαστήριο Εφαρμοσμένης Γεωφυσικής, το οποίο διευθύνεται από τον καθηγητή Γρηγόρη Τσόκα, έπειτα από πρόταση του πρυτάνεως καθηγητή Περικλή Μήτκα. Σημειώνεται ότι το ΑΠΘ έθεσε στη διάθεση του Υπουργείου Πολιτισμού όχι μόνον την τεχνογνωσία του αλλά και πόρους του πανεπιστημίου.

2. Για τη διερεύνηση του τύμβου Καστά θα χρησιμοποιηθεί, κυρίως, η μέθοδος της ηλεκτρικής τομογραφίας, στην ανάπτυξη της οποίας έχει συμβάλει καθοριστικά το συγκεκριμένο εργαστήριο. Η μέθοδος συνίσταται στην ηλεκτρική απεικόνιση του υπεδάφους, παρόμοια με την ιατρική τομογραφία. Έχει, δε, αποδώσει σε εξερεύνηση άλλων τύμβων (π.χ. Απολλωνία, Κιλκίς, Βεργίνα, Αργολίδα κ.α).

Συνέντευξη Τύπου και νέα ενημέρωση

Στις 22 Νοεμβρίου, ο υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού Κ. Τασούλας θα δώσει συνέντευξη στο Μουσείο της Αμφίπολης, στις 13.00, σχετικά με τα ευρήματα και την επόμενη φάση των εργασιών στον τύμβο Καστά.

Στις 29 Νοεμβρίου, ημέρα Σάββατο και ώρα 11.00, θα παρουσιαστούν τα αποτελέσματα της ανασκαφικής περιόδου στον λόφο Καστά, από την έφορο Αρχαιοτήτων Σερρών Κ. Περιστέρη και τους συνεργάτες της, στην Αθήνα, στο Αμφιθέατρο του Υπουργείου Πολιτισμού. 

Παγκόσμιος θαυμασμός για την Αμφίπολη

«Ο σκελετός θα μπορούσε να λύσει το αίνιγμα του αρχαίου ελληνικού τάφου», αναφέρει η Washington Post, προβάλλοντας ανταπόκριση του ειδησεογραφικού πρακτορείου Assosciated Press.

Η ιστοσελίδα του αμερικανικού τηλεοπτικού δικτύου ABC προβάλλει επίσης το θέμα με τον ίδιο τίτλο, για το ενδεχόμενο ο σκελετός «να λύσει το αίνιγμα» της Αμφίπολης. Όπως σημειώνεται, μεταξύ άλλων, ο σκελετός θα μπορούσε να βοηθήσει τους αρχαιολόγους να λύσουν το αίνιγμα για το ποιος θάφτηκε στο μεγαλειώδη τάφο, γύρω στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., στο λυκόφως της βασιλείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Στα δημοσιεύματα υπογραμμίζεται και ότι ο Μέγας Αλέξανδρος θάφτηκε στην Αίγυπτο, αλλά ο τάφος του δεν έχει εντοπιστεί.

Το θέμα του Euronews έχει τίτλο «Ελλάδα: Τάφος και σκελετός ανακαλύφθηκαν στην αρχαία Αμφίπολη». 

Το άρθρο του BBC έχει τίτλο «Σκελετός από την εποχή του Αλεξάνδρου βρέθηκε στον τάφο της Αμφίπολης στην Ελλάδα». 

Το άρθρο του Reuters έχει τίτλο «Σκελετικά υπολείμματα βρέθηκαν σε τάφο από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου».

πηγή : zougla.gr

Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

Οι Ταρχανειώτες

Μονόγραμα του Ταρχανιώτη σε πύργο του κάστρου του Διδυμοτείχου   
Ο οίκος

Οι Ταρχανειώτες, το όνομα των οποίων προέρχεται, το πιθανότερο, από τον τόπο καταγωγής τους, τον οικισμό Ταρχάνειον κοντά στα Κύψελα της Θράκης,1 εμφανίστηκαν στο προσκήνιο της ιστορίας την περίοδο της βασιλείας του Βασιλείου Β' (Βουλγαροκτόνου) (963/976-1025). Κατέλαβαν υψηλά αξιώματα στην κρατική ιεραρχία και κατά καιρούς διατέλεσαν επικεφαλής στρατιωτικών μονάδων, διαδραματίζοντας σημαντικό ρόλο στα πολιτικά και στρατιωτικά δρώμενα του βυζαντινού κράτους. Έδρασαν κυρίως στο δυτικό τμήμα του και ειδικότερα στη Μακεδονία και στην Ιταλία.

 Επιφανή μέλη στο πεδίο της μάχης (10ος-11ος αιώνας)

                                                  
Το 999 ο Γρηγόριος Ταρχανειώτης, με το αξίωμα του κατεπάνω της Ιταλίας, ανέλαβε με επιτυχία την απομάκρυνση των Σαρακηνών από τη χώρα, ενώ λίγο αργότερα ο Βασίλειος Ταρχανειώτης έλαβε το αξίωμα του στρατηλάτη της Δύσης. Άλλα μέλη της οικογένειας έδρασαν στην Ανατολή, όπως ο Ιωσήφ Ταρχανειώτης, ο οποίος το 1071 συνόδευσε τον Ρωμανό Δ' (Διογένη) (1068-1071) στην εκστρατεία του εναντίον των Σελτζούκων στην Αρμενία και αργότερα ανέλαβε δούκας της Αντιόχειας.

Επιγαμίες Ταρχανειωτών

Κατά τον 11ο αιώνα η κοινωνική θέση των Ταρχανειωτών ενισχύθηκε μέσω της σύναψης επιγαμιών με τους οίκους των Βρυεννίων και αργότερα τωνΚομνηνών. Ωστόσο, επί Κομνηνών(1081-1183) δεν τους παραχωρήθηκαν σημαντικά αξιώματα, με εξαίρεση τον Ιωάννη Ταρχανειώτη, ο οποίος έλαβε το αξίωμα του πρώτου του Αγίου Όρους Άθω, το υψηλότερο εκκλησιαστικό αξίωμα που είχε πάρει ποτέ μέλος της οικογένειας, και τον έτερο Ιωάννη Ταρχανειώτη, που έλαβε το αξίωμα του πρωτοπροέδρου.

Μεγαλύτερη ακμή γνώρισε η οικογένεια το 13ο αιώνα, μετά τη σύναψη επιγαμίας με τον οίκο των Παλαιολόγων, οπότε ο μέγας δομέστικοςΝικηφόρος Ταρχανειώτης νυμφεύθηκε, ύστερα από εντολή του Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη (1222-1254), τη Μαρία Παλαιολογίνα, μεγαλύτερη αδελφή του Μιχαήλ Παλαιολόγου, μετέπειτα Μιχαήλ Η' (1258-1261: Νίκαια / 1261-1282: Κωνσταντινούπολη). Οι Ταρχανειώτες συγκαταλέγονταν στο εξής στις πλέον επιφανείς αριστοκρατικές οικογένειες και είχαν στην κατοχή τους μεγάλες εκτάσεις γης στην περιοχή της Σμύρνης.2 Την ίδια περίπου εποχή ο πρωτοστράτορας Μιχαήλ Δούκας Γλαβάς Ταρχανειώτης νυμφεύθηκε τη Μαρία Δούκαινα Κομνηνή Βράναινα Παλαιολογίνα.


 Επιφανή μέλη στο πεδίο της μάχης (13ος-14ος αιώνας)
                       
Γραβούρα με απεικόνιση ενός Έλληνα «στρατιότο» 
με τον τυπικό οπλισμό του
Στα χρόνια της δυναστείας των Παλαιολόγων (1261-1453) οι Ταρχανειώτες εξακολούθησαν να λαμβάνουν υψηλά αξιώματα και τίτλους, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους στην αυτοκρατορία. Ο Μιχαήλ Δούκας Γλαβάς Ταρχανειώτης πολέμησε υπό τον Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο (1261-1282) και τον Ανδρόνικο Β' Παλαιολόγο (1282-1328) εναντίον των Βουλγάρων, των Σέρβων και των Ανδεγαυών. Ο Ιωάννης Ταρχανειώτης, γιος του μεγάλου δομέστικου Νικηφόρου Ταρχανειώτη, αν και ηγετικό στέλεχος του κινήματος των αρσενιατών, ηγήθηκε το 1298 εκστρατείας εναντίον των Οθωμανών στη Μικρά Ασία. Στην επικράτεια της Μικράς Ασίας έδρασε αργότερα και ο πιγκέρνηςΑλέξιος Δούκας Φιλανθρωπηνός, ανιψιός του Ιωάννη, που εντέλει σφετερίστηκε το θρόνο του Ανδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου.




 Σχέσεις με την αυτοκρατορική εξουσία

Επί Μιχαήλ Η' και Ανδρονίκου Β' ορισμένα μέλη του οίκου των Ταρχανειωτών, που ανήκαν στην παράταξη των αρσενιατών, ήρθαν σε σύγκρουση με την κεντρική εξουσία, αντιμετώπισαν βαριές κατηγορίες και τιμωρήθηκαν με την ποινή της φυλάκισης.

Το 1347 ο Ιωάννης ΣΤ' Καντακουζηνός (1347-1354), δισέγγονος του Νικηφόρου Ταρχανειώτη, ανήλθε στο θρόνο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, έπειτα από πεισματική διεκδίκηση. Στο πλευρό του συντάχθηκαν πολλά μέλη της οικογένειας των Ταρχανειωτών, όπως ο Μανουήλ Κουρτίκης Ταρχανειώτης, έμπιστος συνεργάτης του από την ταραγμένη περίοδο του εμφύλιου πολέμου (1341-1347), και ο πρωτοστράτορας Κωνσταντίνος Ταρχανειώτης, ο οποίος στις 28 Ιουλίου 1351 ηγήθηκε των βυζαντινών στρατευμάτων στη μάχη εναντίον των Γενουατών του Γαλατά.

Μετά την πτώση του Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνού οι Ταρχανειώτες συνέχισαν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στα δρώμενα της αυτοκρατορίας και να κατέχουν υψηλά αξιώματα.

 Επιφανή μέλη στην Ιταλία και στη Ρωσία

Μιχαήλ Μάρουλλος Ταρχανιώτης
    Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, το 1453, ορισμένα μέλη της οικογένειας των Ταρχανειωτών κατέφυγαν στη Δύση. Στην Ιταλία έδρασαν ο λόγιος Παύλος Ταρχανειώτης και ο ανιψιός του Μιχαήλ Μάρουλλος Ταρχανειώτης, που διακρίθηκε ως ποιητής, και λίγο αργότερα ο ιστορικός Ιωάννης Ταρχανειώτης. Την ίδια περίοδο άλλα μέλη της οικογένειας κατέφυγαν στη Ρωσία, όπου έλαβαν σημαντικά αξιώματα. Ο Γεώργιος Ταρχανειώτης υπήρξε διακεκριμένος διπλωμάτης του ηγεμόνα της Ρωσίας Ιωάννη Γ' (1458-1505), ενώ ο αδελφός του Δημήτριος και ο ανιψιός του Γεώργιος απέκτησαν τον τίτλο του βογιάρου στην υπηρεσία της Ζωής-Σοφίας Παλαιολογίνας, συζύγου του Ιωάννη Γ'. Οι απόγονοί τους κατείχαν υψηλά αξιώματα στη ρωσική αυλή μέχρι και το 17ο αιώνα, οπότε σταματούν οι αναφορές.

1. Ο Moravcsik θεωρεί ότι το όνομα Ταρχανειώτης προέρχεται από την τουρκομανική λέξη tarquan (σιδηρουργός) ή από το βουλγαρικό αξίωμα ταρκάνος. Βλ. σχετικάMoravcsik, G., Byzantinoturkika II (Berlin 1958), σελ. 299-300. Ο Cahen θεωρεί ότι οι Ταρχανειώτες κατάγονταν από τη Γεωργία, βλ. Cahen, C., “La campagne de Mantzikert d’après les sources musulmanes”, Byzantion 9 (1934), σελ. 630-631. Βλ. επίσης Άμαντος, Κ.,«Σύμμεικτα: Πόθεν το όνομα Ταρχανειώτης», Ελληνικά 2 (1929), σελ. 435-436.


2. Η οικογένεια των Ταρχανειωτών σημειώνεται στο ιστορικό έργο του Παχυμέρη: Γεώργιος Παχυμέρης, Συγγραφικαί ιστορίαι, Bekker, Ι. (ed.), Georgii Pachymeres de Michaele et Andronico Palaeologis libri trecedim 1 (CSHB, Bonn 1835), σελ. 21.





Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού

Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

ΟΙ ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΕΣ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ




Οι Βυζαντινοί δεν είχαν τη συνήθεια του πρωινού. Έτρωγαν το «άριστον«, το πρώτο φαγητό της ημέρας όχι το πρωί, όπως οι αρχαίοι Έλληνες, αλλά γύρω στο μεσημέρι. Ακολουθούσε το γεύμα το απόγευμα και το βράδυ, πριν βασιλέψει ο ήλιος, το δείπνο, που ήταν κατά κανόνα το πιο μεγάλο και δαπανηρό φαγητό.
Το πιο σημαντικό στοιχείο της καθημερινής διατροφής ήταν το ψωμί. Οι ποιότητες ψωμιού ήταν διάφορες, ανάλογες με το είδος του αλευριού αλλά και του τρόπου με τον οποίο άλεθαν τα δημητριακά. Έτρωγαν ψωμί σταρένιο αλλά και από κριθάρι.

Τα κρέατα τρώγονταν με τους παραδοσιακούς τρόπους, δηλαδή ψητά (εψητά ή οφτά), βραστά (εφτά ή εκζεστά) και παστωμένα (ταρίχη). Πρώτα στην προτίμηση των βυζαντινών ήταν το αρνίσιο και το κατσικίσιο κρέας. Αναφέρεται επίσης και μαγείρεμα χοιρινού με ελαφίσιο κρέας και κομμάτια από λαγό. Τα μικρά γουρουνόπουλα, «γαλαθηνοί ή δέλφακες» στη σούβλα ήταν περιζήτητα. Τα άλειφαν μάλιστα πριν τα ψήσουν με ένα μείγμα από κρασί και μέλι. Το βοδινό το προτιμούσαν βραστό. Το «κρασάτο λαγομαγείρεμα» ήταν από τα πιο νόστιμα εδέσματα. Για να γίνει μάλιστα πιο πικάντικο, έβαζαν μέσα πιπεράδες και άλλα μπαχαρικά.

Πολύ συχνά τα ορνίθια και οι φασιανοί πλούτιζαν τα τραπέζια και τρώγονταν με τους παραδοσιακούς τρόπους, ψητά, τηγανιτά ή βρασμένα. Με τον ίδιο τρόπο έτρωγαν και τα αυγά τους. Ο ποιητής του 12ου αι., Θεόδωρος Πρόδρομος ή Πτωχοπρόδρομος μιλάει με ενθουσιασμό για τα «διπλοσφουγγάτα«, δηλ. την ομελέτα. Το τυρίαφού το αλάτιζαν το έβαζαν μέσα σε «πήλινα γαστρία» για να το διατηρήσουν. Έφτιαχναν τυρί πρόβειο, κατσικίσιο και αγελαδινό. Το τυρί τρωγόταν και τηγανισμένο. Γνώριζαν ακόμα την παρασκευή του ανθότυρου (απότυρου) και της μυζήθρας. Θαυμάσιο, επειδή είναι πολύ λιπαρό, θεωρούσαν και το γάλα από βουβάλα, και ο γιατρός Ορειβάσιος το επαινεί ιδιαίτερα.


Μαζί με το τυρί συνήθιζαν να τρώνε ελιές, τις οποίες διατηρούσαν σε άλμη ή σε ξύδι. Οι ελιές τρώγονταν πράσινες ή μελανές.Στους Βυζαντινούς άρεσαν τόσο πολύ τα ψάρια, που έτρωγαν μέχρι και ψαρόπιτες!!! Λευκά λέγονταν τα πρώτης ποιότητας ψάρια, η σάρκα των οποίων γινόταν λευκή με το ψήσιμο. Τα ψάρια της θάλασσας, τα«οψάρια» όπως τα έλεγαν, ήταν σαφώς προτιμότερα από τα ποταμίσια ή τα ψάρια των λιμνών. Τα ψάρια τρώγονταν ψητά, τηγανητά (οφτοί ή τηγάνου ιχθύες) και βραστά (εκζεστά). Μερικές φορές έβραζαν μαζί με τα ψαριά και διάφορα μπαχαρικά και αρωματικά χόρτα, όπως νάρδο, κολίανδρο, άνηθο, κρεμμύδια, πράσα, σκόρδα κ.α. (ένα είδος κακαβιάς).

Όσο πιο πολυσύχναστοι γινόταν οι δρόμοι για την Ανατολή, τόσο περισσότερα μπαχαρικά έφταναν στο Βυζάντιο. Περιζήτητο ήταν το μαύρο πιπέρι, καθώς όπως πίστευαν, τόνωνε τη διάθεση για ποτό. Μερικές φορές έτριβαν το πιπέρι μαζί με σινάπι για να κατασκευάσουν ένα είδος πικάντικης σάλτσας, κάτι που θυμίζει τη σημερινή μουστάρδα, αλλά σε μαύρο χρώμα. Τα καλά σπίτια φρόντιζαν να υπάρχουν στα ράφια τους όλα τα μπαχαρικά που έφτανα από την Ανατολή, όπως το ινδικό ξύλο ή κιννάμωμον, το καρυόφυλλο (γαρίφαλο), το«αρωματικόν κάρυον» (μοσχοκάρυδο), το «κάρανο» (ένα είδος κύμινου), το τριψίδι (κανέλα) και βέβαια το αλάτι. Υπήρχαν φυσικά και τα ντόπια μπαχαρικά που τα ονόμαζαν «ηδύσματα». Το ξύδι δεν έλειπε από το τραπέζι και συνόδευε κυρίως τα ψητά.

Οι επαφές με τα ρώσικα φύλα έκανα γνωστό στους Βυζαντινούς το μαύρο χαβιάρι. Ο επίσκοπος Θεσσαλονίκης Ευστάθιος μνημονεύει «ωά ιχθύων τεταριχευμένα» (παστά αυγά ψαριών). Η πιο πρόχειρη σάλτσα φαγητού ήταν ο γάρος, που γινόταν από νερό, κρασί, λάδι και ξύδι. Αναλόγως με το τι έβαζαν μέσα τον έλεγαν υδρόγαρο, οινόγαρο, οξύγαρο, ελαιόγαρο ή γαρέλαιο, καθώς η ντομάτα ήταν άγνωστη στους Βυζαντινούς. Ήρθε στην Ευρώπη τον 16ο αι. από το Περού.

Τα λαχανικά υπήρξαν ανέκαθεν από τα σημαντικότερα συμπληρώματα στο γεύμα. Για τους φτωχούς βέβαια αποτελούσαν κύρια τροφή, ενώ οι πλούσιοι, ιδιαίτερα οι «κοιλιόδουλοι», δεν τα πολυσυμπαθούσαν. Αντίδια (ιντίβι), κουνουπίδια (ξυλοκράμβη), παντζάρια (σευκλόγουλα) , κολοκύθια, αγκινάρες, βλίτα, σπαράγγια (ασφάραγγα), μαρούλια(θρίδακες), ενώ γνωστό ήταν και ένα είδος μελιτζάνας (μαζιτζάνα). Τα καρότα τα προτιμούσαν ψητά και πουλιόνταν στις αγορές από τους «δαυκοψήστες» (πωλητές ψημένων καρότων). Τα κρεμμύδια επίσης υπήρξαν από τις αγαπημένες τροφές των φτωχών και σπάνια έλειπαν από το τραπέζι τους . Το ίδιο και το σκόρδο που ήταν ιδιαίτερα αγαπητό για τις πολλές θεραπευτικές του ιδιότητες. Από τα όσπρια ήταν γνωστά όσα και σήμερα, όπως τα κουκιά, οι φακές, τα φασόλια, τα μπιζέλια ή πισάρια και τα ρεβίθια. Τα φασόλια υπήρξαν πάντοτε από τα πλέον περιζήτητα όσπρια, μολονότι όλοι γνώριζαν τις βλαβερές συνέπειες από τη συχνή χρήση. Ο φασίολος άλλωστε ήταν γνωστός σαν «πρισκοκοίλης».

Οι βυζαντινοί έτρωγαν μετά βουλιμίας του καρπούς της ροδιάς και φρόντιζαν να τους φυλάνε κρεμασμένους στην αποθήκη ή στην κουζίνα για να διατηρούνται περισσότερο καιρό. Μερικές φορές μάλιστα γαρνίριζαν ορισμένα φαγητά με χυμό ροδιού, για να τους δώσουν γλυκόξινη γεύση.

Οι Βυζαντινοί άργησαν να ανακαλύψουν τη ζάχαρη, λάτρευαν όμως ταγλυκίσματα, καθώς το μέλι που υπήρχε σε αφθονία κάλυπτε πολλές ανάγκες. Συχνά εκτός από μέλι, περιέχυναν τα γλυκίσματα με σίραιο ήδροσάτο (σιρόπι από ρόδια). Τα γλυκίσματα τα ονόμαζαν «μελιτηρά«, «μελιτώματα» ή «μελίπηκτα«. Ο Αρτεμίδωρος ανέφερε ολόκληρο κατάλογο από γλυκίσματα, όπως οι «σησαμίδες» (σουσάμι με μέλι), «πυρασμούς» (ψημένο ή βρασμένο στάρι με μέλι), «πέμματα» (γλυκές πίτες) κ.α. Από τα πιο συνηθισμένα γλυκίσματα ήταν η «γρούτα«, χυλός από αλεύρι με μέλι και σταφίδες. Πιο περιζήτητα ήταν όμως τα «λαλάγγια«, (ζύμη που την τηγάνιζαν και τη περιέχυναν με μέλι). Το «καρυδάτο» ήταν γλύκισμα από καρύδια και μέλι, ενώ το ρυζόγαλο, γαρνιρισμένο πολλές φορές με μέλι, ήταν επίσης γνωστό.Το κρασί είχε ιδιαίτερη θέση στο βυζαντινό κόσμο, καθώς από αυτό γινόταν η Θεία Ευχαριστία. Το κρασί που χρησίμευε σε αυτό τον ιερό σκοπό το ονόμαζαν «νάμα«. Οι Βυζαντινοί έπιναν το κρασί ανέρωτο ή άλλοτε το αραίωναν με ζεστό νερό. Τα γεωπονικά κείμενα της εποχής μνημονεύουν την παρασκευή κρασιού και από άλλα φρούτα π.χ. από μυρσίνη, από σπόρους ροδιού, από μήλα, αχλάδια ή κυδώνια κ.α.