Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Ο Βασίλειος Βησσαρίων


Ο Βησσαρίων Γεννήθηκε στην Τραπεζούντα του Πόντου, τότε πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών. Το έτος γεννήσεώς του τοποθετείται μετά από τις πιο πρόσφατες έρευνες γύρω στο 1408, στις 2 Ιανουαρίου. Για αιώνες το κοσμικό του όνομα θεωρούνταν λανθασμένα Ιωάννης, πρόσφατα επικράτησε το όνομα Βασίλειος σαν ορθότερο. Αφού έλαβε την βασική του παιδεία στην Τραπεζούντα πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου φοίτησε κοντά στοΓεώργιο Χρυσοκόκη.

Το 1423 έγινε μοναχός με το όνομα Βησσαρίων. Το 1431 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος και κατόπιν μετέβη στο Μυστρά για να παρακολουθήσει τα μαθήματα του διαπρεπούς φιλοσόφου Γεωργίου Πλήθωνα Γεμιστού. Με τον Πλήθωνα μυήθηκε στην πλατωνική φιλοσοφία, της οποίας αργότερα θα γίνει ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους στην Δύση. Το 1436 έγινε ηγούμενος σε μοναστήρι της Κωνσταντινούπολης και τον επόμενο χρόνο αρχιεπίσκοπος Νικαίας. Μετείχε στην βυζαντινή αντιπροσωπία στη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας ως ο διαπρεπέστερος εκπρόσωπος των ενωτικών, αν και αρχικά ανήκε στην παράταξη των ανθενωτικών. Στις 6 Ιουλίου του 1439 ήταν αυτός που ανέγνωσε στα ελληνικά την διακήρυξη της ένωσης των Εκκλησιών στον καθεδρικό ναό της Φλωρεντίας, παρουσία του πάπα Ευγενίου του Δ΄ και του αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγου.

Μετά το πέρας της Συνόδου επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου του ανακοινώθηκε η προαγωγή του σε Καρδινάλιο από τον Πάπα Ευγένιο Δ΄, μαζί με τον Ισίδωρο του Κιέβου. Το 1441 αναχώρησε ξανά για την Δύση για να αναλάβει τα καθήκοντά του σαν καρδινάλιος αλλά και εξαιτίας του εχθρικού κλίματος εναντίον των ενωτικών στην Κωνσταντινούπολη και δεν επέστρεψε ποτέ πια τον ελληνικό χώρο. Γρήγορα εξοικειώθηκε με την λατινική γλώσσα και κουλτούρα και απέκτησε επιρροή στο εσωτερικό της καθολικής Εκκλησίας. Στον θυρεό του σαν καρδινάλιος επιλέγει την παράσταση με δύο χέρια, ένα από την ανατολή και ένα από την Δύση, που κρατούν έναν σταυρό, για να επισημάνει την πίστη του στην Ένωση των Εκκλησιών.Το 1450 ο πάπας Νικόλαος Ε΄ του ανέθεσε την διακυβέρνηση της Μπολώνιας, τότε μέρος του παπικού κράτους. Σε αυτή την θέση έμεινε μέχρι το 1455, όταν πέθανε ο Νικόλαος Ε΄.

Το νέο της άλωσης της Κωνσταντινούπολης το 1453 τον βρήκε στην Μπολώνια και από εκείνη την στιγμή ο ίδιος έγινε σημείο αναφοράς για τους Έλληνες πρόσφυγες που κατέφευγαν στην Ιταλία και που σε αυτόν τον σπουδαίο συμπατριώτη τους έβρισκαν έναν προστάτη. Κύριο μέλημα του όμως, κυρίως μετά το σοκ της άλωσης της Πόλης, ήταν η διάσωση της κλασσικής ελληνικής κληρονομιάς από την τουρκική επέκταση. Με τα οικονομικά μέσα που είχε στην διάθεσή του σαν καρδινάλιος άρχισε να συγκεντρώνει ελληνικά χειρόγραφα από τον ελληνικό χώρο και να προωθεί τις ελληνικές σπουδές στην Δύση, τοποθετώντας σε έδρες ελληνικών τους πιο μορφωμένους Έλληνες που έρχονταν από την κατακτημένη Ελλάδα, κυρίως την Κωνσταντινούπολη.

Στο κονκλάβιο του 1455, για την εκλογή του νέου πάπα, για πολύ μικρή διαφορά ψήφων δεν έγινε ποντίφικας. Από τους λόγους που κάτι τέτοιο δεν συνέβη ήταν η ελληνική του καταγωγή, η προσκόλλησή του στο μοναστικό τρόπο ζωής και η απουσία κάποιας πολιτικής δύναμης που θα τον προωθούσε. Μετά τον θάνατο του πάπα Καλλίστου Γ΄, το 1458, πάλι για μικρή διαφορά δεν κατάφερε να εκλεγεί. Ο νέος πάπας όμως, Πίος Β΄, γρήγορα έκανε τον Βησσαρίωνα έναν από τους σημαντικότερους συμβούλους του. Το κύριο μέλημα του Πίου Β΄ ήταν η οργάνωση μιας Σταυροφορίας εναντίον των Τούρκων, οι οποίοι με τις επεκτατικές τους τάσεις αποτελούσαν τον υπ' αριθμόν ένα κίνδυνο για τον χριστιανικό κόσμο, κυρίως την Βενετία και την Ουγγαρία. Ο πάπας θέλοντας να ενώσει την χριστιανική Ευρώπη κάτω από την καθοδήγησή του, έβρισκε στον τουρκικό κίνδυνο, ο οποίος ήταν παρ'όλα αυτά πραγματικός, μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να κερδίσει πολιτικό και ηθικό κύρος. Το 1459 ο πάπας οργάνωσε μία πανευρωπαϊκή σύνοδο στη Μάντοβα για την οργάνωση της Σταυροφορίας πετυχαίνοντας ωστόσο πολύ μικρή ανταπόκριση μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων της Ευρώπης.

Αμέσως μετά το πέρας της συνόδου (1460) ο Πίος έστειλε τον Βησσαρίωνα στην Γερμανία για να πείσει τον αυτοκράτορα Φρειδερίκο Γ΄ και τους Γερμανούς πρίγκηπες να σταματήσουν τις μεταξύ τους συγκρούσεις και να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους για την Σταυροφορία. Το 1463 ο Βησσαρίων αναγορεύτηκε Λατίνος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (ένας τίτλος με συμβολικό μόνον χαρακτήρα) και τον ίδιο χρόνο έγινε εκπρόσωπος του πάπα στην Βενετία για να οργανώσει την Σταυροφορία του πάπα, η οποία έπρεπε να πραγματοποιηθεί το καλοκαίρι του 1464. Τα σχέδια ματαιώθηκαν με τον θάνατο του Πίου Β΄ τον Αύγουστο του 1464 στην Αγκώνα ενώ ετοίμαζε την άφιξη του στόλου για την Σταυροφορία. Στο μεταξύ όμως οι Βενετοί είχαν αρχίσει τον δικό τους πόλεμο με τους Τούρκους στην Πελοπόννησο. Για τους Βενετούς αυτός ο πόλεμος που θα κρατήσει 16 χρόνια θα είναι καταστροφικός, ο Βησσαρίων όμως έβλεπε τώρα στην Βενετία την κληρονόμο του Βυζαντίου. Αυτός είναι ένας από τους λόγους πού το 1468 θα χαρίσει στην πόλη της Βενετίας την ανεκτίμητη βιβλιοθήκη του: σχεδόν 1000 χειρόγραφα, ελληνικά και λατινικά, που θα αποτελέσουν τον πυρήνα της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας. Κυρίως όμως, τα βιβλία αυτά έπρεπε, σύμφωνα με τις επιθυμίες του ίδιου του Βησσαρίωνα, να είναι στην διάθεση των Ελλήνων για να μην ξεχάσουν ποιες είναι οι ρίζες τους τώρα που δεν έχουν πατρίδα.

Από το 1464 και μετά η πολιτική δράση του Βησσαρίωνα περιορίζεται. Ασχολείται περισσότερο με τη μελέτη και την συγγραφή. Γράφει το σημαντικότερό του έργο In calumniatorem Platonis(Εναντίον του συκοφάντη του Πλάτωνα) για να υπερασπιστεί την πλατωνική φιλοσοφία από τους αριστοτελικούς επικριτές της.

To 1470 οι Τούρκοι κατακτούν την Εύβοια (Νεγροπόντε), την δεύτερη σημαντικότερη αποικία των Βενετών στο Αιγαίο μετά την Κρήτη, και το νέο συνταράσσει την Δύση. Συγκλονισμένος από τις επιτυχίες των Τούρκων στην Ανατολή (το 1460 οι Τούρκοι κατέλαβαν την Πελοπόννησο, το 1461 την ιδιαίτερη πατρίδα του Βησσαρίωνα, Τραπεζούντα) ο Βησσαρίων γράφει μια σειρά επιστολών προς τους ηγεμόνες της Ιταλίας και μεταφράζει στα λατινικά τον πρώτο Ολυνθιακό του Δημοσθένη, όπου ο συγγραφέας προειδοποιεί τους Αθηναίους για τον μακεδονικό κίνδυνο και τις επεκτατικές βλέψεις του Φιλίππου, καθαρή αναφορά στον κίνδυνο που αποτελεί ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ για την Δύση αν οι ηγεμόνες αδιαφορήσουν ακόμη και δεν συμβάλλουν στην εξουδετέρωσή του. Αυτά τα κείμενα θα τυπωθούν ενώ ο Βησσαρίων ζει και θα έχουν για πολλές δεκαετίες μεγάλη διάδοση. Ο πάπας Σίξτος Δ΄ θα του αναθέσει το 1471 μιαν ακόμη αποστολή, στην Γαλλία αυτή την φορά, για την οργάνωση πάλι μιας εκστρατείας εναντίον των Τούρκων. Η υποδοχή του βασιλιά της Γαλλίας ήταν όμως ψυχρή, λόγω των προβλημάτων μεταξύ του πάπα και του βασιλιά για εκκλησιαστικά ζητήματα. Στην επιστροφή του στην Ιταλία ο Βησσαρίων αρρώστησε και πέθανε στις 18 Νοεμβρίου 1472 στην Ραβέννα, πριν ακόμη φτάσει στην Ρώμη. Η κηδεία του έγινε μερικές ημέρες αργότερα στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων στην Ρώμη, που ήταν στην δικαιοδοσία του, παρουσία των άλλων καρδιναλίων και του πάπα. Εκεί βρίσκεται σήμερα ο τάφος του και η επιγραφή στα ελληνικά που συνέθεσε ο ίδιος ενώ ακόμη ζούσε: «ΤΟΥΤ'ΕΤΙ ΒΗΣΣΑΡΙΩΝ ΖΩΝ ΑΝΥΣΑ ΣΩΜΑΤΙ ΣΗΜΑ ΠΝΕΥΜΑ ΔΕ ΦΕΥΞΕΙΤΑΙ ΠΡΟΣ ΘΕΟΝ ΑΘΑΝΑΤΟΝ», που σημαίνει «Ενώ ακόμη ζούσα, ο Βησσαρίων ανήγειρα αυτό το μνημείο για το σώμα, το πνεύμα θα πάει στον αθάνατο Θεό».

Ο Βησσαρίων είχε επαφές με τους σημαντικότερους ουμανιστές της εποχής του και η επίδρασή του στους κύκλους των διανοουμένων ήταν πολύ μεγάλη. Η δράση του όμως για την οργάνωση της Σταυροφορίας δεν είχε κανένα αποτέλεσμα από όσα ο ίδιος προσδοκούσε. Επιπλέον η ένωση των Εκκλησιών δεν είχε βρει, για διάφορους λόγους, απήχηση στον ορθόδοξο κόσμο και ακολούθως η ένταξή του Βησσαρίωνα στην καθολική Εκκλησία επέφερε μια «damnatio memoriae» για το πρόσωπό του στον ελληνορθόδοξο κόσμο ακόμη και στην νεώτερη βιβλιογραφία. Ο ίδιος ο Βησσαρίωνας ήταν απόλυτα πεπεισμένος για την επιλογή του να ξεπεράσει, θυσιάζοντας το, το θρησκευτικό μέρος της ταυτότητάς του για να περισώσει αυτό που ίδιος θεωρούσε σημαντικότερο: την ελληνική του διάσταση, εννοούμενη πολιτισμικά. Για αυτόν ο τουρκικός ζυγός απειλούσε την εθνική ταυτότητα των Ελλήνων επειδή τους στερούσε, μαζί με την πολιτική ανεξαρτησία, την δυνατότητα της ελληνικής παιδείας, όχι της θρησκευτικής ελευθερίας (την οποία εξάλλου οι Τούρκοι σεβόντουσαν στους αλλόθρησκους υπηκόους τους εφόσον αυτοί πλήρωναν τους φόρους τους). Ωστόσο η ελπίδες των ενωτικών σε μια λυτρωτική επέμβαση της Δύσης στη Ανατολή ήταν υπερβολικές, όχι μόνο επειδή η Δύση ίσως να μην ήθελε ένα δυνατό Βυζάντιο, αλλά και επειδή η Δύση κατακερματισμένη και σε μια φάση κρίσιμη της ιστορίας της δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει επιθετικά τους Τούρκους, παρά μόνον αμυντικά και πάλι με μεγάλες δυσκολίες. Σε μια εποχή δραματικών αλλαγών όπως αυτές που βίωνε ο ελληνισμός στον 15ο αιώνα, οι επιλογές ήταν λίγες και πάντα επίπονες και ο Βησσαρίωνας έκανε τις δικές του.
Το έργο

Συνέγραψε πλήθος θεολογικών έργων, κυρίως προς υπεράσπισης της Ένωσης των Εκκλησιών. Έχει συντάξει πλήθος λόγων για την προώθηση της σταυροφορικής κίνησης, μια ανθολογία κλασικών κειμένων, μεταφράσεις αρχαιοελληνικών κειμένων στα Λατινικά, ένα Εγκώμιο της Τραπεζούντας. Σημαντικότατο θεωρείται το φιλοσοφικό του έργο για την υπεράσπιση της Πλατωνικής φιλοσοφίας, τη σύνοψη της Αριστοτελικής Φιλοσοφίας. Επίσης κατά τα πρότυπα του Θωμά Ακινάτη προσπάθησε να εντάξει την Πλατωνική φιλοσοφία στη Χριστιανική σκέψη.
Βιβλιογραφία

Θεματική Βιβλιογραφία

Η σημαντικότερη βιογραφία του Βησσαρίωνα είναι ακόμη αυτή του Ludwig Mohler, Kardinal Bessarion als Theologe, Humanist und Staatsmann. Darstellung, τόμ. 1, (1923); Άλλοι δύο τόμοι του ιδίου, τόμ. 2, Bessarionis in calumniatoren Platonis libri IV (1927) και τόμ. 3, Aus Bessarions Gelehrtenkreis. Abhandlungen, Reden, Briefe (1942), Paderborn 1923-1942 (Quellen und Forschungen aus dem Gebiete der Geschichte, 20, 22, 24). Μια παλιά βιογραφία του Βησσαρίωνα από τον L. Bandini, De vita et rebus gestis Bessarionis cardinalis nicaeni commentarius, Romae, 1777 (το ίδιο έργο και στην Ελληνική Πατρολογία (Patrologia Graeca) του Migne, τομ. 161). Στα ελληνικά υπάρχει μιά παλιά βιογραφια του A. A. Kύρου, Βησσαρίων ο ΄Ελλην, 2 Bde., Αθήνα, 1947.

Ενδιαφέρουσες οι συλλογές άρθρων της Concetta Bianca, Da Bisanzio a Roma – Studi sul cardinale Bessarione, Roma e Rinascimento 1999 και του John Monfasani, Byzantine Scholars in Renaissance Italy: Cardinal Bessarion and Other Emigrés. Selected essays, Aldershot 1995. Ο καλαίσθητος κατάλογος μιας εκθεσης στην Βενετία αφιερωμένη στον Βησσαρίωνα με τίτλο Bessarione e l' Umanesimo, Napoli 1994, G. Fiaccadori (επιμ.)περιέχει πολλά ενδιαφέροντα άρθρα για τον Έλληνα Καρδινάλιο και φωτογραφίες χειρογράφων και άλλων αντικειμένων. Για την δραστηριότητα του Βησσαρίωνα κατά την Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντιας βλ. Joseph Gill, „The sincerity of Bessarion the Unionist“, Journal of Theological Studies, n.s., 26 (1975): 377-392; του ιδίου, „Was Bessarion a Conciliarist ar a Unionist before the Council of Florence?“, Orientalia Christiana Analecta, 204 (1977): 201-219. Στα ελληνικά επίσης το βιβλίο του Z. N. Tσιρπανλή, Το κληροδότημα του καρδιναλίου Βησσαρίωνος για τους φιλενωτικούς της βενετοκρατούμενης Κρήτης (1439-17ος αι.), Θεσσαλονίκη, 1967.


Μνημειακός τάφος του Βησσαρίωνα στη βασιλική των Αγίων Αποστόλων στη Ρώμη.
Τελικά αρρώστησε και πέθανε στις 18 Νοεμβρίου 1472 στην Ραβέννα.