Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

Ο ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ

Φιλόσοφος, φυσικός, πανεπιστήμονας, ο θεμελιωτής της ατομικής φυσικής.

                                                                               
                                                                Η ΖΩΗ ΤΟΥ
                                                                                      
Γεννηθηκε το 460πχ. Η πατρίδα του, τα ’βδηρα Θράκης,  ήταν ξακουσμένη για τον πλούτο και το υψηλό πνευματικό της επίπεδο. Ο πατέρας του Ηγησίστρατος ή Αθηνόκριτος, καθώς ήταν πλουσιότατος, ξόδεψε πολλά για τη μόρφωσή του. Ήταν μαθητής του Λεύκιππου και ο Αριστοτέλης τους αναφέρει μαζί ως ιδρυτές της ατομικιστικής σχολής. Αργότερα, όταν ο μαθητής ξεπέρασε το δάσκαλο, αναφέρεται ως μόνος αντιπρόσωπός της. Πολυταξιδεμένος στην Αίγυπτο, Βαβυλωνία, Περσία, Ινδία (ίσως), στην Αθήνα, καταξόδεψε τη μεγάλη του περιουσία και γύρισε στην πατρίδα του φτωχός, αλλά ευχαριστημένος για όσα είδε και έμαθε. Θεωρώντας τον άσωτο οι πατριώτες του τον περιφρόνησαν στην αρχή, αλλά όταν γνώρισαν τη σοφία του, τον εκτίμησαν και τον αγάπησαν. Πέθανε σε βαθιά γηρατειά και θάφτηκε στα αβδηρα με μεγάλες τιμές. Η σχολή του έζησε πολλά χρόνια ύστερα από το θάνατό του, το 370πχ.. Στην αρχή τίποτα δεν άλλαξε από τα βασικά σημεία της διδασκαλίας του. Οι τελευταίοι της όμως αντιπρόσωποι στρέφονται προς τη σκεπτική και επικουρική σχολή.
ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ
Ο Δημόκριτος ήταν μυαλό καθολικό (αυτό φαίνεται από το σύνολο των συγγραμμάτων του, που δυστυχώς μόνο αποσπάσματά τους έχουμε). Στη φιλοσοφία έκλεισε όλες τις γνώσεις της εποχής του. Από την άποψη της πανεπιστημοσύνης μόνο με τον Αριστοτέλη μπορεί να συγκριθεί. Ένας εκδότης στη Ρώμη (Θράσυλλος, αστρολόγος του Τιβέριου) χωρίζει το έργο του σε πέντε ομάδες (πένταθλος): ηθική, φυσική, μαθηματικά, μουσική, τέχνη. Καθεμιά από αυτές είχε τρεις τετραλογίες, δηλαδή συνολικά 60 έργα (3 x 4 = 12 η κάθε ομάδα x 5 = 60 όλα τα έργα). Οι τίτλοι των έργων είναι πολύ χαρακτηριστικοί για το Δημόκριτο και την εποχή που τα έγραψε: Μέγας και μικρός διάκοσμος, Κοσμογραφία, Περί των Πλανητών, Περί του νου ή περί ψυχής, Περί χυμών, Περί χρωμάτων, Περί αεροστατικής, Περί ακουστικής, Περί θερμότητος, Περί πολογραφίας (πόλοι Γης και Ουρανού), Περί ρυθμού και αρμονίας ήχου, Περί διαίτης ή διαιτητικός, Περί γεωργίας ή γεωργικόν, Περί ζωγραφίης, είναι μερικά απ αυτά.
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ
Το κύριο μεταφυσικό του έργο ήταν ο Μικρός διάκοσμος, (ο "Μέγας Διάκοσμος", του δασκάλου του Λεύκιππου συγχωνεύτηκε σ' αυτόν). Πιστεύει, όπως και ο Παρμενίδης (540 - 470 π.Χ.), πως απόλυτη γένεση και φθορά είναι κάτι το αδύνατο. Επειδή δεν ήθελε να αρνηθεί την πολλαπλότητα των όντων, τη γένεση και τη φθορά των σύνθετων όντων και επειδή αυτά δεν μπορούν να νοηθούν χωρίς το μη ον, γι' αυτό υποστήριξε πως το μη ον υπάρχει, όπως και το ον. Παραδέχεται λοιπόν για βασικά συστατικά των όντων το πλήρες και το κενό (ον και μη ον).
Η ανάγκη είναι στοιχείο απαραίτητο για την πρόοδο της ανθρώπινης ζωής. Αυτή οδηγεί τον άνθρωπο να ενωθεί με τους όμοιούς του, για να ανταπεξέρχεται καλύτερα στις ανάγκες της ζωής. Ο Δημόκριτος θαυμάζει το ανθρώπινο σώμα. Πολύ περισσότερο τιμά την ψυχή και την πνευματική ζωή. Την ψυχή τη δέχεται ως κάτι το σωματικό. Αποτελείται και αυτή από ψιλά, λεία, στρογγυλά άτομα, που μετά το θάνατο σκορπούν. Η νόηση δημιουργείται με την αλλοίωση της ψυχικής ύλης.
Στην ηθική πιστεύει πως ο άνθρωπος μπορεί να πράξει κάτι, εφόσον αυτό δεν τον κάνει να ντρέπεται τον εαυτό του. Από το έργο του "Περί ευθυμίης" έβγαλαν αργότερα πολλά ηθικά αποφθέγματα. Τέτοια είναι : "Το νικάν αυτός εαυτόν πασών των νικών πρώτη τε και αρίστη". Ο σοφός άνθρωπος μπορεί να ζήσει οπουδήποτε ("ανδρί σοφώ πάσα γη βατή, ψυχής γαρ αγαθής πατρίς ο ξύμπας κόσμος"), αλλά η καλή πολιτεία είναι παράγοντας ευδαιμονίας των πολιτών. Ιδανικό πολίτευμα για το Δημόκριτο είναι η δημοκρατία, όπου ο φιλόσοφος προτιμά να ζει φτωχός και ελεύθερος, παρά πλούσιος και περιορισμένος. Οι νόμοι είναι ευεργέτες των ανθρώπων.
ΑΤΟΜΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ
Για να μπορέσει ο Δημόκριτος να εξηγήσει με το "πλήρες" και το "κενό" τα φαινόμενα, φανταζόταν το πλήρες χωρισμένο σε αναρίθμητα, μη αντιληπτά από τη μικρότητά τους, σωματίδια, που χωρίζονται το ένα με το άλλο με κενό. Αυτά τα ίδια δεν μπορούν πια να χωριστούν, είναι άκοφτα, "άτομα" (δεν τέμνονται) και "ναστά" (πυκνά), δεν έχουν κενό μέσα τους. Τα άτομα έχουν τις ίδιες ιδιότητες με το ον του Παρμενίδη. Είναι άφθαρτα, αγέννητα, αναλλοίωτα, ομοιόμορφα, άπειρα τον αριθμό, χωρίς ποιοτική διαφορά. Διαφέρουν μόνο στην τάξη και το μέγεθος. Κινούνται και συμπλέκονται μεταξύ τους και σχηματίζουν τα διάφορα όντα, που γνωρίζουμε.
Επειδή όλα τα άτομα είναι καμωμένα με την ίδια ύλη, πρέπει το βάρος τους να είναι ακριβώς ανάλογο με το μέγεθός τους. Αν, παρόλα αυτά, σύνθετα σώματα με το ίδιο μέγεθος έχουν διαφορετικό βάρος, αυτό σημαίνει πως στο ένα σώμα υπάρχουν περισσότερα άδεια διάμεσα, παρά στο άλλο. Κάθε γένεση σύνθετου είναι ένωση χωρισμένων ατόμων, κάθε φθορά χωρισμός ενωμένων. Κάθε αλλαγή πρέπει να αποδοθεί σε αλλαγή στη θέση είτε στη σειρά των ατόμων. Όλες οι ιδιότητες των όντων στηρίζονται στο σχήμα, στο μέγεθος, στη θέση και στην τάξη των ατόμων τους. Ωστόσο υπάρχει μεταξύ τους μια διαφορά ουσιαστική: Μερικές ιδιότητες (βαρύτητα, πυκνότητα, σκληρότητα) ανήκουν στα σώματα καθαυτό. ’λλες, οι λεγόμενες αισθητηριακές (αυτές που βάζουμε εμείς στα πράγματα), φανερώνουν τον τρόπο με τον οποίο ενεργούν αυτά πάνω στο αισθανόμενο αντικείμενο.
Η κίνηση δεν είναι μια δύναμη έξω από την ύλη, όπως πίστευε ο Εμπεδοκλής (η αγάπη, το μίσος) ή ο Αναξαγόρας (ο νους), αλλά μέσα στην ύλη, που βρίσκεται πάντα σε μια στροβιλιστική κίνηση (δίνος). Η κίνηση δεν έχει αρχή, το πλήθος των ατόμων και ο άδειος χώρος δεν έχουν όρια, γι' αυτό και υπάρχουν αναρίθμητοι κόσμοι, που βρίσκονται σε ποικιλότατες καταστάσεις και έχουν διαφορότατα σχήματα.

Κάρολος ΧΙΙ: ΕΝΑΣ ΣΟΥΗΔΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ …«ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΣ» ΣΤΟ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ!!!

Τον κατέγραψε η Ιστορία σαν βασιλιά- πολεμιστή. Ανδρώθηκε μαχόμενος. Δοξάστηκε αγωνιζόμενος. Δοκίμασε την ήττα στο πεδίο της μάχης και τελικά πέθανε όπως έζησε, πολεμώντας στην πρώτη γραμμή! Πρόκειται για τον Κάρολο τον ΧΙΙ, βασιλιά της Σουηδίας, που η σκληρή μοίρα του στέρησε τη ζωή στα 36 του χρόνια. Είναι ο βασιλιάς, που από τις κρύες και χιονισμένες πεδιάδες της Σκανδιναβίας, βρέθηκε να είναι περιορισμένος στο Διδυμότειχο, επί 11 μήνες, από τους Οθωμανούς.





Ο Κάρολος XII, ήταν ο μοναδικός επιζών γιος του βασιλιά Κάρολου ΧΙ και της βασίλισσας Ούλρικα Ελεονόρα (Δανικής καταγωγής). Γεννήθηκε στις 27 Ιουνίου 1682.
Όταν πέθανε ο πατέρας του το 1697 από καρκίνο του στομάχου, ο Κάρολος είχε ηλικία μόλις 14 ετών. Λόγω του νεαρού της ηλικίας του δεν χρίστηκε αμέσως βασιλιάς, αλλά σχηματίσθηκε προσωρινό συμβούλιο επιτροπείας, για να κυβερνηθεί η Σουηδία. Ένα χρόνο αργότερα όταν ο Κάρολος έγινε 15 ετών ανακηρύχθηκε βασιλιάς, ως Κάρολος ΧΙΙ, σε μια εποχή μάλιστα, που η Σουηδία χαρακτηρίζονταν το πιο ισχυρό βασίλειο της Ευρώπης. Περιλάμβανε εκτός της Σουηδίας, τη Φινλανδία, τα Βαλτικά κράτη, ένα μέρος της Ρωσίας τη γνωστή Καρελία, ένα μέρος της Νορβηγίας και την περιοχή Κούρλαντ της Βόρειας Γερμανίας.
Τολμηρός από παιδί, και πιστεύοντας στη σημειολογία των κινήσεων και των ενεργειών του, στην τελετή της ενθρόνισής του, πήρε μόνος το στέμμα και το έβαλε στην κεφαλή του, θέλοντας με αυτό τον τρόπο να δείξει, ότι είναι απόλυτος μονάρχης και μοναδικός κυρίαρχος.
Ο Κάρολος πολύ γρήγορα έδειξε ότι είναι ικανός να κυβερνήσει τη χώρα του. Ουσιαστικά συνέχισε τις προσπάθειες του πατέρα του να αποκτήσει ισχύ η μοναρχία. Σαν γιος πολεμιστή βασιλιά, εκπαιδεύτηκε να είναι καλός ιππέας και να γνωρίζει τακτική και στρατηγική. Στα σχολεία που φοιτούσε τον χαρακτήριζαν στρατηγική ιδιοφυΐα. Αργότερα, ένα από τα στρατηγήματά του, ήταν να χρησιμοποιεί μικρές ευκίνητες μονάδες για να πλήττουν αιφνιδιαστικά τον εχθρό και να προωθεί αμέσως μετά την κύρια δύναμή του για να διαλύει τον αιφνιδιασμένο αντίπαλο.
Το Ιππικό του, όπως και το Πεζικό του ήταν ιδιαίτερα πειθαρχημένα σύνολα. Στις επιθέσεις οι ιππείς, μπορούσαν να ακουμπούν ο ένας το γόνατο του άλλου και να επελαύνουν σαν ένα σώμα, ώστε να μην αφήνουν ενδιάμεσα κενά μέσα από τα οποία ο εχθρός θα μπορούσε να διασπάσει το μέτωπό τους.
Οι πεζοί στρατιώτες του ήταν ειδικά εκπαιδευμένοι στη χρήση της σπάθης, που μπορούσαν να την χρησιμοποιούν με την ίδια ευκολία είτε για σφαγιασμό είτε για απόκρουση των αντιπάλων τους. Οι ξιφολόγχες, ήταν ένα σχετικά νέο όπλο στην εποχή του.
Η φιλοσοφία του πολεμοχαρή βασιλιά, ήταν να βρίσκεται μεταξύ των στρατιωτών του πάντα, ενώ η εμμονή του να βρίσκεται μεταξύ των μονάδων του στην πρώτη γραμμή του μετώπου, ανέβασε σημαντικά το κύρος του. Ταυτόχρονα του έδινε τη δυνατότητα να έχει άμεση πληροφόρηση για την εξέλιξη κάθε μάχης, γεγονός που τον βοηθούσε να παίρνει γρήγορες και σωστές αποφάσεις. Πολλοί τον παραλληλίζουν με τον Μεγάλο Ναπολέοντα, που και αυτός αργότερα επιχείρησε εκστρατεία εναντίον της Ρωσίας.
Αξιοσημείωτο είναι και το σύστημα διατήρησης της στρατιωτικής του δύναμης. Υποχρέωσε όλες τις επαρχίες του βασιλείου του, περιλαμβανομένης και της Φινλανδίας να συνεισφέρουν με ένα ή περισσότερα συντάγματα, που το κάθε ένα από αυτό έφερε και το όνομα της επαρχίας προέλευσης. Επίσης, υποχρέωσε ανά δέκα γεωργούς να τρέφουν και να πληρώνουν ένα στρατιώτη και να τον εξοπλίζουν και να ενισχύουν την οικογένειά του για να μεγαλώσουν τα παιδιά του. Όταν οι στρατιώτες δεν πολεμούσαν, δούλευαν στα χωράφια των «χορηγών» τους και πληρώνονταν συνήθως σε είδος (δημητριακά, κρέας ή άλλα προϊόντα). Οι αξιωματικοί έπαιρναν γη από το βασιλιά έναντι της αμοιβής τους. Ανάλογα συστήματα στρατολόγησης εφαρμόζονταν και στις παράκτιες περιοχές για να ενισχύεται το Ναυτικό του Κάρολου.
Το εκπληκτικό είναι, ότι αυτή η μέθοδος για διατήρηση και ανάπτυξη στρατεύματος, ήταν σε ισχύ στη Σουηδία έως το 1901 και το επάγγελμα του στρατιώτη ήταν κληρονομητέο από πατέρα σε γιο.

Ο Κάρολος στο Διδυμότειχο
                         
   Tα ερείπια "της φυλακής του Kαρόλου" στο Διδυμότειχο - Λιθογραφία 1829  
C. Sayger και A. Desarnod


 Οι γάλλοι στρατιωτικοί C. Sayger και A. Desarnod, όντας στην υπηρεσία του ρωσικού στρατού, επισκέφτηκαν τη Θράκη κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου των ετών 1828-9.


O βασιλιάς της Σουηδίας Kάρολος 12ος παρέμεινε εξόριστος στο Διδυμότειχο το 1713. H λαϊκή φαντασία έπλασε πολλές ιστορίες για την τύχη και την παραμονή του Kαρόλου στις φυλακές του Kάστρου. Σήμερα ονομάζουν "φυλακή του Kαρόλου" ένα μεγάλο υπόσκαφο πίσω από την εκκλησία του αγίου Aθανασίου.
Ο χώρος, που σήμερα-κατά την προφορική παράδοση των κατοίκων- φέρεται σαν «φυλακή του Καρόλου» στο Διδυμότειχο, είναι μια ιδιότυπη ανήλιαγη και κάθυγρη σπηλιά, σκαμμένη από ανθρώπινο χέρι στον πορώδη βράχο, προς την κορυφή του Κάστρου από την νοτιοδυτική πλευρά. Οι διαστάσεις του είναι περίπου 2Χ2 μέτρα και το ύψος του 1,5 μ.
Στη μνήμη των γερόντων, ο σκοτεινός αυτός χώρος, ήταν γνωστός επί Τουρκοκρατίας με την ονομασία «Ζιντάν» που σήμαινε, φοβερή κατασκότεινη φυλακή, ένα αληθινό κάτεργο. Η λέξη αυτή χρησιμοποιήθηκε για την τεχνητή αυτή σπηλιά, σε αντιδιαστολή με την τουρκική λέξη «χαπισχανέ» που σημαίνει την κανονική φυλακή με κελιά κρατουμένων και εσωτερικές αυλές.
Έχει σχήμα περίπου ορθογώνιο και στο κέντρο της διατηρείται ένα κομμάτι ατόφιου απελέκητου βράχου, που λειτουργεί σαν δοκός στήριξης της οροφής, Το πέτρινο δάπεδο είναι γεμάτο με μεγάλα λαξευτά κοιλώματα, ημισφαιρικού ή κωνικού σχήματος. Στους τοίχους διασώζονται επίσης κάποιες λαξευτές κόγχες, που προφανώς χρησιμοποιούνταν σαν πρόχειρα ράφια και σαν βάση για τοποθέτηση κεριών ή λυχνοστατών. Το μόνο ισχνό φως που μπαίνει μέσα, είναι από την μικρή είσοδο.
Η διάταξη αυτών των τεχνητών κοιλωμάτων υποδεικνύει ότι χρησίμευαν για τον τοποθέτηση μεγάλων πιθαριών, στα οποία αποθηκεύονταν είτε σιτηρά είτε κρασί είτε και νερό ειδικά για τις περιστάσεις πολιορκιών, αν και το Κάστρο του Διδυμοτείχου είχε ειδικές δυνατότητες ύδρευσης από τον παρακείμενο Ερυθροπόταμο. Δεδομένου ότι εν επαφή σχεδόν με την «φυλακή Καρόλου» υπήρχε μοναστικό συγκρότημα ελάχιστα τμήματα της τοιχοποιίας του οποίου διασώζονται και σήμερα, μπορούμε άνετα να εικάσουμε ότι ο υπόγειος αυτός χώρος δεν ήταν παρά μια καλά οργανωμένη μοναστηριακή αποθήκη. Και φυσικά το πιθανότερο όλων ήταν, να είχαν διατεθεί στον Κάρολο και τη συνοδεία του χώροι και κελιά του μοναστηριού αυτού. Άλλωστε η διαμονή του στο Διδυμότειχο, ισοδυναμούσε με μια οιονεί «εικονική» κατ’ οίκον κράτηση.
Κατά τον Βολταίρο ο Κάρολος μετά την «αιχμαλωσία» του στο Μπεντέρ μεταφέρθηκε στο χωριό Ντεμιρτάς της Αδριανούπολης και από εκεί με απόφαση του σουλτάνου και του Μουφτή, αποφασίσθηκε να οδηγηθεί στο Διδυμότειχο ή σε ένα νησί του Αιγαίου. Ο ίδιος προτίμησε το Διδυμότειχο, γιατί επικοινωνούσε άνετα με την Κωνσταντινούπολη αλλά και με τη Σουηδία. Απέφυγε να συγχρωτίζεται με τους παράγοντες της τοπικής οθωμανικής εξουσίας, και παραμένοντας στο χώρο που του είχε διατεθεί, είχε μια μόνο σκέψη. Πώς να στρέψει την Τουρκία εναντίον της Ρωσίας. Επίσης μελετούσε πολύ τον Ρακίνα και τον ποιητή Ντεσπερέ. Αγαπημένη τραγωδία ήταν ο «Μιθριδάτης» ενώ παράλληλα έδειχνε ενδιαφέρον για τη ζωή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Στο Διδυμότειχο τον βρήκαν τα γράμματα της αδελφής του, που τον προειδοποιούσε ότι τα γειτονικά κράτη, λόγω της απουσίας του αρπάζουν εδάφη του βασιλείου του. Έτσι άρχισε να ωριμάζει και η απόφαση για την επιστροφή του, αφού δεν τον βοηθούσε ο σουλτάνος να επιτεθεί στη Ρωσία.
Μητροπολίτης Διδυμοτείχου την εποχή εκείνη (1708-1714) ήταν ο Ιωακείμ.
Ο Κάρολος μεγαλομανής όπως ήταν θέλησε να εντυπωσιάσει τους Οθωμανούς κατά την αποχώρησή του. Έτσι έστειλε ένα επιτελή του, που τον έχρισε πρεσβευτή, στην Κωνσταντινούπολη για να αποχαιρετίσει επίσημα την Υψηλή Πύλη. Τον πλαισίωσε μάλιστα με 80 κατοίκους του Διδυμοτείχου, που τους έντυσε φανταχτερά, σαν πάμπλουτους αυλικούς.
Η ουσία είναι, ότι ο Κάρολος συνέδεσε τη ζωή του με το Διδυμότειχο, όπου παρά την προφορική παράδοση, δεν ήταν φυλακισμένος με την συνήθη έννοια του όρου, αλλά προφανώς περιορισμένος, μέχρι να… τον ξεφορτωθούν οι Τούρκοι για να μην τους δημιουργεί προβλήματα.

http://sitalkisking.blogspot.com/2009/11/blog-post_23.html

Οι ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ, σύμβολα – παραδόσεις – δοξασίες.Πως τους διώχνουμε;




Λέγανε οι γιαγιάδες τα παλιά χρόνια στα εγγονάκια τους για να κάθονται ήσυχα ότι κάθε νύχτα του Δωδεκαήμερου στους δρόμους του χωριού και στα χαλάσματα κυκλοφορούν οι τρομεροί Καλικάντζαροι!

Μα τι ήταν αυτοί οι καλικάντζαροι; Όπως λοιπόν έλεγαν οι παλιές γιαγιάδες, ήταν αερικά, ξωτικά. Η πιο δημοφιλής κατηγορία όντων της λαϊκής μας παράδοσης είναι αναμφίβολα οι καλικάντζαροι.
Πότε “εμφανίστηκαν -Ιστορία τους”;
Η αρχή των μύθων που είναι σχετικοί με τους καλικάντζαρους βρίσκεται στα πολύ παλιά χρόνια. Οι Αρχαίοι πίστευαν πως όταν οι ψυχές έβρισκαν την πόρτα του Άδη ανοιχτή, ανέβαιναν στον απάνω κόσμο και τριγύριζαν παντού, χωρίς έλεγχο και περιορισμούς.
Πολύ αργότερα, οι Βυζαντινοί γιόρταζαν το Δωδεκαήμερο με μουσικές, τραγούδια και μασκαρέματα. Οι άνθρωποι, έχοντας κρυμμένα τα πρόσωπά τους, έκαναν με πολύ θάρρος και χωρίς ντροπή ό,τι ήθελαν. Πείραζαν τους ανθρώπους στους δρόμους, έμπαιναν απρόσκλητοι σε ξένα σπίτια κι αναστάτωναν τους νοικοκύρηδες. Ζητούσαν λουκάνικα και γλυκά και για να γλιτώσουν απ’ αυτούς έκλειναν πόρτες και παράθυρα. Οι μασκαρεμένοι, όμως, έβρισκαν πάντα κάποιους τρόπους να εισβάλλουν στα ξένα σπίτια, ακόμα κι από τις καμινάδες. Κι όλα αυτά για δώδεκα μέρες, ως την παραμονή των Φώτων, οπότε με τον Μεγάλο Αγιασμό όλα σταματούσαν κι οι άνθρωποι ησύχαζαν. Για αυτό και κατά την διάρκεια των 12 αυτών ημερών η Εκκλησία δεν έχει νηστεία.
Με το πέρασμα του χρόνου όλα αυτά τα παράξενα φερσίματα, τα μασκαρέματα και οι φόβοι των ανθρώπων έμειναν ζωντανά στη μνήμη του λαού μας κι η πλούσια φαντασία του γέννησε σιγά-σιγά τα μικρά, αλαφροΐσκιωτα πλάσματα που τα ονόμασε καλικάντζαρους.
Τι είναι και ονομασίες τους ;
Τι είναι, όμως τελικά οι καλικάντζαροι; Οι γιαγιάδες μας παλιά έλεγαν πως είναι αερικά, ξωτικά. Σύμφωνα με σύγχρονη δοξασία, πρόκειται για «δαιμόνια» που εμφανίζονται κατά το Δωδεκαήμερο (από χτές μέχρι και τις 6 Ιανουαρίου). Επειδή από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα ο Χριστός είναι ακόμη αβάφτιστος, είναι και «τα νερά αβάφτιστα». Έτσι βρίσκουν ευκαιρία οι καλικάντζαροι ν’ αλωνίσουν τον κόσμο.
Κάποιοι πιστεύουν πως οι καλικάντζαροι είναι μαυριδεροί, ασχημομούριδες, ψηλοί και ξερακιανοί. Άλλοι λένε ότι φοράνε σιδεροπάπουτσα. Για άλλους, έχουν κόκκινα μάτια, πόδια τράγου και τριχωτό σώμα. Καθένας τους έχει κι από ένα κουσούρι. Άλλος κουτσός, άλλος στραβός ή μονόφθαλμος, άλλος μονοπόδαρος ή στραβοπόδαρος, άλλοι στραβοχέρηδες, στραβοπρόσωποι, με καμπούρα ή ουρά. Είναι διχόγνωμα όντα και φιλόνικοι και έτσι δεν μπορούν να κάνουν μέχρι το τέλος μία δουλειά και όλα τα αφήνουν στη μέση. Γι’ αυτό και δεν μπορούν να κάνουν κακό και στους ανθρώπους, παρόλο που αυτή είναι η μεγάλη τους επιθυμία. Όσο, όμως, και αν διαφωνεί ο λαός για το πώς μοιάζουν οι καλικάντζαροι, όλοι συμφωνούν σε ένα πράγμα: στην ατελείωτη βλακεία και κουταμάρα τους.
Καθώς η παράδοση ρίζωνε, οι καλικάντζαροι απέκτησαν και άλλα ονόματα όπως: καλιοντζήδες, καλκάνια, καλιτσάντεροι, καρκάντζαροι, σκαλικαντζέρια, σκαντζάρια, τζόγιες, βερβελούδες, καλλισπούρδοι, καρκαλάτζαροι, καρκατσέλια, καρκαντζόλοι, καψιούρηδες, κολοβελόνηδες, λυκοκάντζαροι, μνημοράτοι, παγανοί, παρωρίτες, πλανητάροι, σιφιώτες, τσιλικρωτά, σταχτοπάτηδες κ.α.

Ολόκληρο το χρόνο οι καλικάντζαροι ζουν κάτω από τη γη, προσπαθώντας άλλος με τσεκούρι, άλλος με πριόνι ή μπαλτά και άλλοι με τα νύχια και τα σουβλερά τους δόντια να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γη. Κόβουν-κόβουν, μέχρι που έχει απομείνει πολύ λίγο ακόμα, αλλά τότε έρχονται τα Χριστούγεννα και, επειδή φοβούνται μην πέσει η γη και τους πλακώσει, λένε “αφήστε το να πάμε πάνω στη γη και θα πέσει μοναχό του”. Ανεβαίνουν λοιπόν πάνω στη γη για να τυραννήσουν τους ανθρώπους και τα Θεοφάνεια που γυρίζουν, βλέπουν το δέντρο ολάκερο, ακέραιο, άκοπο. Και πάλι κόβουν και πάλι έρχονται τα Χριστούγεννα, και όλο απ’ την αρχή.
Και τι δεν κάνουν οι καλικάντζαροι ξεπροβάλλοντας ένας-ένας από τις τρύπες τους πάνω στη γη. Την παραμονή των Χριστουγέννων ανεβαίνουν στη γη και περιμένουν να σμίξει η μέρα με τη νύχτα για να μπουν μέσα στα σπίτια. Αν και είναι κακά και πονηρά όντα, δεν μπορούν να βλάψουν τους ανθρώπους, γι’ αυτό και οι γυναίκες ακόμα τα περιπαίζουν και τα βρίζουν και τα λεν σταχτοπόδηδες, σταχτιάδες, κατουρλήδες κ.λ.π.
Αλλοίμονο σε κείνον που θα πρέπει να βγει τη νύχτα και να πάει σε μακρινή δουλειά. Παρουσιάζονται μπροστά του οι καλικάντζαροι με διάφορες μορφές για να τον εκφοβίσουν ή να τον βλάψουν. Τον τραβολογούν, τον πειράζουν, τον καβαλικεύουν και χορεύουν γύρω του, εμποδίζοντάς τον να γυρίσει σπίτι. Η μανία τους, όμως, είναι να πειράζουν προπάντων τις κακόμοιρες τις γριές.

Χαρακτηριστικά.
Είναι πολύ ευκίνητοι ανεβαίνουν στα δένδρα πηδούν από στέγη σε στέγη σπάζοντας κεραμίδια και κάνοντας μεγάλη φασαρία. Τις νύχτες του Δωδεκαήμερου μπαίνουν στα σπίτια από τις καπνοδόχους, γι’ αυτό και τα τζάκια είναι αναμμένα όλο το δωδεκαήμερο και έχουν πολύ φωτιά, γιατί τη φοβούνται πολύ. Αν καταφέρουν και μπουν σε κάποιο σπίτι, αρχίζουν να ανακατεύουν ό,τι βρουν μπροστά τους και να κάνουν ζημιές, μα πιο πολύ θέλουν να μαγαρίσουν τα φαγητά. Ό,τι βρουν απλωμένα τα ποδοπατούν. Τους αρέσει να πλατσουρίζουν μέσα στα δοχεία που έχουν οι νοικοκυρές το λάδι, στα τηγάνια, στα τσουκάλια, στα πιάτα, στους λύχνους που παλαιότερα χρησιμοποιούσαν για το φωτισμό στα χωριά. Λερώνουν τα φαγητά με τα ακάθαρτα νύχια τους και αφήνουν τις ακαθαρσίες τους όπου βρουν. Τίποτε βέβαια δεν κλέβουν, αλλά αναστατώνουν τόσο πολύ το σπίτι που το κάνουν αγνώριστο. Όταν οι νοικοκυρές ψήνουν τηγανίτες ή άλλα σκευάσματα στο τηγάνι από αλεύρι (πλαστά), οι καλικάντζαροι ανεβαίνουν στην καπνοδόχο και απλώνουν το χέρι τους ως κάτω στην εστία (γιατί μπορούν να απλώνουν και να μακραίνουν τα χέρια τους και τα πόδια τους όσο θέλουν) και ζητούν ή βουτούν ότι υπάρχει στο τηγάνι ή στη θράκα. Η πιο αγαπημένη τροφή, όμως, των καλικαντζάρων είναι το χοιρινό κρέας και κυρίως το παστό του (το πάχος), το οποίο όταν ψήνεται και πέφτει στη θράκα, σκορπάει μια πολύ ευώδη και πολύ ευάρεστη μυρωδιά.

Πως τους αντιμετωπίζουμε;
Γι’ αυτό οι νοικοκυραίοι για να γλιτώσουν από δαύτους σκεπάζουν το χοιρινό με σπαράγγια. Το σπαράγγι όταν είναι χλωρό είναι πολύ νόστιμο και τρώγεται, όταν όμως παλιώσει γίνεται πολύ σκληρός αγκαθωτός θάμνος και γι’ αυτό σκεπάζουν μ’ αυτές το χοιρινό για να μην πλησιάζουν οι καλικάντζαροι. Με σπαράγγια επίσης σκεπάζουν και τα λουκάνικα και οτιδήποτε έχουν ετοιμάσει που έχει σαν πρώτη ύλη το χοιρινό.
Επίσης, οι νοικοκυρές μαζεύουν μέσα στο σπίτι ό,τι αγγεία βρίσκονται έξω και βάζουν στο άνοιγμα της καπνοδόχου ή πίσω από την πόρτα ένα κόσκινο. Οι καλικάντζαροι, ως περίεργοι που είναι και πάρα πολύ βλάκες αρχίζουν να μετρούν τις τρύπες: «ένα-δύο, ένα-δύο, ένα-δύο&» Παρακάτω δεν ξέρουν να μετρήσουν γιατί μπερδεύονται. Έτσι, χάνουν την ώρα τους, έχει πια ξημερώσει και οι καλικάντζαροι πρέπει να εξαφανιστούν.
Άλλοι κρεμούν το κατωσάγωνο ενός χοίρου στην καπνοδόχο, ή ένα δερμάτινο παλιοπάπουτσο ή ρίχνουν αλάτι στη φωτιά. Η απαίσια μυρωδιά του καμένου δέρματος και ο κρότος από το αλάτι κρατάει τους καλικάντζαρους μακριά.
Άλλοι πάλι, κρεμούν στο χερούλι της πόρτας μία τούφα λινάρι. Μέχρι να μετρήσουν οι καλικάντζαροι τις τρίχες του λιναριού φτάνει το ξημέρωμα και όπου φύγει φύγει.
Ένα ακόμα όπλο εναντίων των καλικαντζάρων είναι το λιβάνι. Το σιχαίνονται και γι’ αυτό οι νοικοκυρές θυμιατίζουν το σπίτι κάθε απόγευμα και αφήνουν το θυμιατήρι να λιβανίζει δίπλα στο τζάκι καθ΄ όλη τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου.
Του “Σταυρού” που περνάει ο Παπάς και αγιάζει τα σπίτια οι καλικάντζαροι, όπου φύγει-φύγει.

«Φεύγετε να φεύγουμε
τι έρχεται ο τουρλόπαπας
με την αγιαστούρα του
και με τη βρεχτούρα του.
Μας άγιασε μας έβρεξε
και μας εκατέκαψε!» ή «και θα μας μαγαρίσει»

Υπάρχουν, όμως, και φυτά που διώχνουν τους καλικάντζαρους και ταυτόχρονα φέρνουν καλή τύχη για τον καινούργιο χρόνο. Ένα τέτοιο φυτό, που βάζουμε ακόμα και σήμερα στα σπίτια μας τέτοιες μέρες είναι η κρεμμύδα. Η Χρυσοβασιλίτσα, όπως αλλιώς τη λένε, ακόμα και ξεχασμένη σε κάποια γωνιά του σπιτιού, βγάζει φύλλα τέτοια εποχή, και ξαναρχίζει τον κύκλο της ζωής της. Σαν το φως που ξαναγεννιέται στο χειμερινό ηλιοστάσιο, μας εύχεται καλές γιορτές και υγεία για την καινούργια χρονιά.
Άλλοι τρόποι για να αποφύγουν οι νοικοκυραίοι τους καλικάντζαρους είναι το σημείο του Σταυρού στη πόρτα, στα παράθυρα, στις καμινάδες, τους στάβλους και στα αγγεία λαδιού και κρασιού, ο Αγιασμός των σπιτιών και μάλιστα τη παραμονή των Φώτων καθώς και η απαγγελία του «Πάτερ ημών&»
Υπάρχουν, όμως, και εκείνοι που θέλουν να τους καλοπιάσουν και τους πετούν γλυκά και τηγανίτες στην καπνοδόχο ή στις στέγες των σπιτιών.
Ο πιο γνωστός καλικάντζαρος είναι ο «Μανδρακούκος ο αρχηγός». Ο «Μανδρακούκος ο Ζυμαρομύτης» κρατάει για σκύπτρο την ποιμαντορική του γκλίτσα και συχνάζει στα μαντριά και τα βοσκοτόπια. Η σκούφια του, που την έχει υφάνει μόνος του από γουρουνότριχες, δεν φτάνει να σκεπάσει τα αυτιά του, που είναι μεγάλα σαν του γαϊδάρου. Έχει και μία τεράστια μύτη που του κρέμεται σαν μαλακό ζυμάρι. Ο Μανδρακούκος ρίχνει γάντζο από την καμινάδα και κλέβει λουκάνικα από την φωτιά και πειράζει τα πρόβατα στα βοσκοτόπια.
Με την αναχώρηση των καλικάντζαρων την ημέρα των Φώτων, η στάχτη από το τζάκι μαζεύεται και το τζάκι καθαρίζεται. Η στάχτη πετιέται σε μέρος που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κανένα λόγο (αλυσίβα, λίπασμα κ.λ.π.).
Επίσης, καθαρίζονται και οι κοπριές των ζώων από τα κατώγια και οι άνθρωποι πλένονται, το εικονοστάσι καθαρίζεται, αλλάζει το νερό στο καντήλι κ.λ.π. γιατί οι σταχτοπάτηδες πέρα από τα προβλήματα που έχουν προξενήσει στους νοικοκυραίους έχουν μαγαρίσει και όλους τους χώρους, γι’ αυτό τους λέμε και κατουρλήδες.

ΠΗΓΗ: Olympia.gr

Ο Θρακικός τάφος του Καζανλάκ



The tomb of Kazanlak

Η πόλη Казанлък (Καζανλάκ) βρίσκεται στην κεντρική Βουλγαρία... Γύρω από την πόλη απλώνεται η περίφημη Κοιλάδα των ρόδων... Σήμερα, μετά από τις πάμπολες ανακαλύψεις Θρακικών τάφων στην περιοχή, η κοιλάδα έχει καταλήξει να είναι πιο γνωστή ως "Κοιλάδα των Θρακών Βασιλέων". Στην περιοχή αυτή, οι κάτοικοι της Σευθόπολης, πρωτεύουσας του θρακικού βασιλείου των Οδρυσών, έθαβαν τους ηγεμόνες τους...



Στο Καζανλάκ, το 1944, κατά την διάρκεια ανέγερσης αντιαεροπορικής θέσης, βρέθηκε Θρακικός τάφος με περίφημες τοιχογραφίες, ο οποίος έδωσε σημαντικότατες πληροφορίες για την καθημερινή ζωή των Θρακών.



Είναι αψιδωτός πλινθόκτιστος θολωτός τάφος, για τη στέγαση των θαλάμων του οποίου κατασκευάστηκε μια χτιστή καμάρα και όχι η συνήθης απλή ξύλινη οροφή. Το μνημείο χρονολογείται από το τέλος του 4ου π.Χ. αιώνα.





Η πέτρα που κάλυπτε τον θόλο του τάφου.





Η πρώτη προστατευτική κατασκευή το 1946.



Kazanlak's tomb protective structure

Η σημερινή κατασκευή


Οι Θράκες πίστευαν στη μεταθανάτια ζωή. Γι’ αυτό, όταν γεννιόταν ένας άνθρωπος, τον θρηνούσαν πικρά, ενώ όταν πέθαινε, τον αποχαιρετούσαν με γλέντι. Οι ηγεμόνες κηδεύονταν με ιδιαίτερες τιμές που διαρκούσαν τρεις μέρες . Την πρώτη μέρα έκαναν θυσίες στην είσοδο του τάφου. Την δεύτερη μέρα διοργάνωναν αγώνες. Το μεγαλύτερο έπαθλο δινόταν συνήθως για την πάλη. Επίσης, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, σε εκείνες τις Θρακικές φυλές που συνηθιζόταν η πολυγαμία, οι γυναίκες του νεκρού πολεμιστή συναγωνιζόντουσαν για την τιμή να ταφούν μαζί του. Πολύ συχνά, βέβαια, ο πολεμιστής θαβόταν με το αγαπημένο του άλογο. Μετά τις τρείς ημέρες ο νεκρός κηδευόταν ή αποτεφρωνόταν, ενώ ταυτόχρονα γινόταν νεκρώσιμο τραπέζι με πολλά τραγούδια και χορούς.



The tomb of Kazanlak

Από την μια μεριά του διαδρόμου υπάρχει τοιχογραφική ζώνη με φυτά, ενώ από την άλλη με σκηνή μάχης.



The tomb of Kazanlak

Στον θόλο του νεκρικού θαλάμου υπάρχουν δύο βασικές τοιχογραφικές ζώνες. Στην κατώτερη - κεντρική και μεγαλύτερη - εμφανίζονται υπηρέτες να μεταφέρουν, συνοδεία αυλών, τα άλογα προς το μέρος του αφέντη, πιθανότατα αυτόν για τον οποίο έχει κτιστεί ο τάφος, ο οποίος κάθεται πίσω από ένα χαμηλό τραπέζι γεμάτο με φαγητά. Το κάθισμα του, μια χαμηλή καρέκλα, φέρει μαξιλάρι με άσπρες και κόκκινες ρίγες. Είναι ντυμένος με λευκό χιτώνα και στους ώμους του φέρει πορφυρό μανδύα. Φοράει κόκκινα σανδάλια και τα πόδια του βρίσκονται πάνω σε υποπόδιο. Στο κεφάλι του φοράει χρυσό δάφνινο στεφάνι.



The tomb of Kazanlak

Η γυναίκα του κάθεται σε θρόνο στα αριστερά του με το κεφάλι σκυμμένο από το πένθος. Το αριστερό χέρι του άντρα ακουμπάει αυτό της γυναίκας σε μια χειρονομία αποχαιρετισμού... Στο δεξί του χέρι κρατάει ασημένιο κύπελλο. Στα δεξιά του άντρα, μια γυναικεία φιγούρα του προσφέρει έναν δίσκο με φρούτα... Κατά πολλούς, η φιγούρα αυτή αντιπροσωπεύει την Μεγάλη Μητέρα - Θεά των Θρακών.

Στην ανώτερη από τις βασικές τοιχογραφικές ζώνες παρουσιάζονται αρματοδρομίες, οι οποίες πολύ συχνά οργανώνονταν προς τιμήν του νεκρού.

Οι τοιχογραφίες φιλοτεχνήθηκαν πάνω σε ένα προκαταρκτικό σχέδιο το οποίο σχεδιάστηκε πάνω στο τελικό στρώμα του ασβεστοκονιάματος. Οι αχνές γραμμές αυτές είναι ακόμα και σήμερα ορατές σε διάφορα σημεία.

Στον τάφο βρέθηκε πρόσφατα επιγραφή η οποία δηλώνει ότι ο τάφος άνηκε στον Θράκα βασιλέα Ροίγο, (300-260π.Χ.) γιό του ιδρυτή της Σευθόπολης, βασιλέα Σεύθη Γ'

Οι τοιχογραφίες του τάφου είναι πάρα πολύ ευαίσθητες, για αυτόν τον λόγο ο τάφος δεν είναι ανοικτός για το κοινό. Πολύ κοντά, όμως, στο προστατευτικό κτίριο του τάφου έχει φτιαχτεί ένα ακριβές ομοίωμα του τάφου, από όπου και οι φωτογραφίες.

πηγή klearchosguidetothegalaxy

Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011

Η ιστορία της βασιλόπιτας



Η ιστορία της βασιλόπιτας, είναι μια ιστορία που συνέβει πριν από 1500 χρόνια περίπου στην πόλη Καισαρεία της Καππαδοκίας, στη Μικρά Ασία. Ο Μέγας Βασίλειος ήταν δεσπότης της Καισαρείας και ζούσε αρμονικά με τους συνανθρώπους του με αγάπη, κατανόηση και αλληλοβοήθεια. Κάποια μέρα όμως, ένας αχόρταγος στρατηγός - τύραννος της περιοχής, ζήτησε να του δοθούν όλοι οι θησαυροί της πόλης της Καισαρείας, αλλιώς θα πολιορκούσε την πόλη για να την κατακτήσει και να την λεηλατήσει.


Ο Μέγας Βασίλειος ολόκληρη τη νύχτα προσευχόταν να σώσει ο Θεός την πόλη. Ξημέρωσε η νέα μέρα και ο στρατηγός αποφασισμένος με το στρατό του περικύκλωσε αμέσως την Καισαρεία. Μπήκε με την ακολουθία του και ζήτησε να δει το Δεσπότη, ο οποίος βρισκόταν στο ναό και προσευχόταν. Με θράσος και θυμό ο αδίστακτος στρατηγός απαίτησε το χρυσάφι της πόλης καθώς και ότι άλλο πολύτιμο υπήρχε στην πόλη. 


Ο Μέγας Βασίλειος απάντησε ότι οι άνθρωποι της πόλης του δεν είχαν τίποτε άλλο πέρα από πείνα και φτώχια, δεν είχαν να δώσουν τίποτε αξιόλογο στον άρπαγα στρατηγό. 


Ο στρατηγός με το που άκουσε αυτά τα λόγια θύμωσε ακόμα περισσότερο και άρχισε να απειλεί τον Μέγα Βασίλειο ότι θα τον εξορίσει πολύ μακριά από την πατρίδα του ή κι ακόμη μπορεί να τον σκοτώσει. Οι χριστιανοί της Καισαρείας αγαπούσαν πολύ το Δεσπότη τους και θέλησαν να τον βοηθήσουν. Μάζεψαν λοιπόν από τα σπίτια τους ότι χρυσαφικά είχαν και του τα πρόσφεραν ώστε δίνοντάς τα στο σκληρό στρατηγό να σωθούν. Στο μεταξύ ο ανυπόμονος στρατηγός κόντευε να σκάσει από το κακό του. Διέταξε αμέσως το στρατό του να επιτεθεί στο φτωχό λαό της πόλης. 


Ο Δεσπότης, ο Μέγας Βασίλειος, που ήθελε να προστατέψει την πόλη του προσευχήθηκε και μετά παρουσίασε στο στρατηγό ότι χρυσαφικά είχε μαζέψει μέσα σε ένα σεντούκι. Τη στιγμή όμως που ο στρατηγός πήγε να ανοίξει το σεντούκι και να αρπάξει τους θησαυρούς, με το που ακούμπησε τα χέρια του πάνω στα χρυσαφικά έγινε το θαύμα! Όλοι οι συγκεντρωμένοι είδαν μια λάμψη και αμέσως μετά έναν λαμπρό καβαλάρη να ορμάει με το στρατό του επάνω στον σκληρό στρατηγό και τους δικούς του. Σε ελάχιστο χρόνο ο κακός στρατηγός και οι δικοί του αφανίστηκαν. Ο λαμπρός καβαλάρης ήταν ο Άγιος Μερκούριος και στρατιώτες του οι άγγελοι. 
Έτσι σώθηκε η πόλη της Καισαρείας. Τότε όμως, ο δεσπότης της, ο Μέγας Βασίλειος, βρέθηκε σε δύσκολη θέση! Θα έπρεπε να μοιράσει τα χρυσαφικά στους κατοίκους της πόλης και η μοιρασιά να είναι δίκαιη, δηλαδή να πάρει ο καθένας ό,τι ήταν δικό του. Αυτό ήταν πολύ δύσκολο.
Προσευχήθηκε λοιπόν ο Μέγας Βασίλειος και ο Θεός τον φώτισε τι να κάνει. Κάλεσε τους διακόνους και τους βοηθούς του και τους είπε να ζυμώσουν ψωμάκια, όπου μέσα στο καθένα ψωμάκι θα έβαζαν και λίγα χρυσαφικά. 
Όταν αυτά ετοιμάστηκαν, τα μοίρασε σαν ευλογία στους κατοίκους της πόλης της Καισαρείας. Στην αρχή όλοι παραξενεύτηκαν, μα η έκπληξή τους ήταν ακόμη μεγαλύτερη όταν κάθε οικογένεια έκοβε το ψωμάκι αυτό κι έβρισκε μέσα τα χρυσαφικά της. Ήταν λοιπόν ένα ξεχωριστό ψωμάκι, η βασιλόπιτα Έφερνε στους ανθρώπους χαρά κι ευλογία μαζί. Από τότε φτιάχνουμε κι εμείς τη βασιλόπιτα με το φλουρί μέσα, την πρώτη μέρα του χρόνου, τη μέρα του Αγίου Βασιλείου.

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Πολιτιστικός Σύλλογος «Ο ΕΒΡΟΣ»

Κάλαντα θράκης Χρόνης - Αηδονίδης & Νεκταρία Καραντζή


Γκάιντα

H Γκάιντα είναι ένα είδος άσκαυλου, δηλαδή είδος μουσικού πνευστού μουσικού οργάνου, αποτελούμενο από ασκό και από ξύλινο μέρος. Η γκάιντα αποτελεί παραδοσιακό μουσικό όργανο σε όλη την Ευρώπη, Βόρεια Αφρική και Μέση Ανατολή. Η γκάιντα αποτελείται από τον ασκό, το επιστόμιο και το τμήμα παραγωγής ήχου. Το τελευταίο απαρτίζεται από δύο ξεχωριστούς αυλούς. Ο ένας, κοντός με τρύπες, παράγει τη μελωδία και ο άλλος, μακρύς χωρίς οπές, παράγει ένα φθόγγο που κρατάει το ίσο.


Σιδέρης: Γκαϊτατζής στην ημερίδα (12/12/2009) για τη γκάιντα στο Διδυμότειχο.
Ασκός


Ο ασκός παρέχει τον αυλό με αέρα. Πρόκειται για ένα αεροστεγή σάκο από δέρμα προβάτου ή κατσίκας. Όταν ο ασκός έχει συμπιεστεί με το χέρι του παίκτη, αναγκάζεται τον αέρα να περάσει μέσα από τον αυλό για να δημιουργήσει ήχο. Διαφορετικές περιοχές έχουν διαφορετικούς τρόπους επεξεργασίας του δέρματος. Ο απλούστερος τρόπος περιλαμβάνει μόνο τη χρήση αλατιού, ενώ πιο περίπλοκες επεξεργασίες χρησιμοποιούν γάλα, αλεύρι για την αφαίρεση της γούνας. Οι τρύπες της γκάιντας είναι οι φυσιολογικες τρύπες απο τα πόδια του προβάτου.
Στις περιοχές της Μακεδονίας, η απόκρυψη της γούνας γίνεται έτσι ώστε η γούνα είναι στο εσωτερικό του σάκου, καθώς με αυτόν τον τρόπο αποθηκεύεται και υγρασία. Αυτό βοηθά ώστε το δέρμα να μένει μαλακό.

Το Eπιστόμιο
Το επιστόμιο (φυσούνα, φερέκι, στόμιο) είναι ένας ξύλινος κωνικός σωλήνας, απ΄ όπου ο γκάιτατζης φυσάει και γεμίζει τον ασκό με αέρα, ο οποίος συγκροτείται από μια πέτσινη βαλβίδα. Τα υλικά κατασκευής του επιστόμιου και των αυλών είναι από ξύλο δαμασκηνιάς , ακρανιάς, ή αμυγδαλιάς.

 

Tο τμήμα παραγωγής ήχου

Ο αυλός για τη μελωδία έχει συνήθως επτά οπές μπροστά και μια πίσω. Είναι κυλινδρικός, και έχει μήκος γύρω στα 25-30 εκ, μοιάζει με φλογέρα. Στο σημείο που ενώνεται με τον ασκό προσαρμόζεται το λεγόμενο καλάμι (ή Τσαμπούνα, ζαμπούνα, κουμούσι, γκαϊτοκάλαμο). Το δεύτερο τμήμα παραγωγής ήχου, είναι ένας μακρύς σωλήνας χωρίς τρύπες (μπουρί, τζαμάρα, μπουρού), και παράγει ένα μονότονο ήχο. Το μέγεθος του μπουριού ποικίλει. Πάντα όμως είναι αρκετά μεγαλύτερο από το αυτό του κυρίως αυλού. Ο τρίτος αυλός (μπάσο) δεν διαθέτει τρύπες.

 

 Σύλλογος Γκαϊτατζήδων Έβρου

Κατά την διάρκεια της ημερίδας  για την θρακιώτικη γκάιντα (στις 12/12/2009) ιδρύθηκε ο σύλλογος γκαϊτατζήδων Έβρου με σκοπό την ανάδειξη της θρακιώτικης μουσικής. Ο μουσικολόγος Χάρης Σαρρής εκπόνησε το 1995 σε συνεργασία με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών διδακτορική διατριβή πάνω στην γκάιντα. Το 1995 ο νεότερος σε ηλικία γκαϊτατζής ήταν γεννημένος το 1939. Το 2007 ο Δήμος Διδυμότειχου ξεκίνησε σεμινάρια για την εκμάθηση γκάιντας και έκτοτε ο νεότερος γκαϊτατζής είναι μόλις 5 χρονών. 

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Ο εορτασμός Πρωτοχρονιάς στη Θράκη




Η πρωτοχρονιά στη Θράκη ξεποτυλίγεται μέσα στο Δωδεκαήμερο όπως σόλη την Ελλάδα. Είναι η πιο χαρούμενη ήμερα του έτους, γιατί μικροί μεγάλοι ανταλλάσσουν δώρα, ανταλλάσσουν φιλιά, ανταλλάσσουν ευχές, και τρων και πίνουν όπου κι αν κάνουν επίσκεψη. Τα τραγούδια είναι στημένα ολημερίς κι ολονυχτίς.

Τη χαρά όμως που απολαμβάνουν οι μικροί, τα παιδιά, είναι ασύγκριτη. Σαυτά στρέφεται η χαρά των γονέων κη φροντίδα. Σ’ αυτά οι ανάδοχοι — οι νουνοί φροντίζουν να δώσουν τα δώρα τους, τα“βαφτιστικά” είναι ίσα με τα δικά τους παιδιά και τα θεωρούν οι ανάδοχοι σαν δικά τους και δεν τα ξεχωρίζουν. Γι’ αυτό υπάρχει κη συνήθεια να ετοιμάσουν οι γονείς Πρωτοχρονιάτικη πήττα. Τούτη την πήττα, τα παιδιά θα τη μεταφέρουν με χαρά και πομπή στο σπίτι του νουνού ως πρωτοχρονιάτικο δώρο. Φτάνοντας προσφέρουν, την πήττα που μπορεί νάναι και μπακλαβάς και με μια σβούρα, που κρατούν στο χέρι — ένα κλαδί από βάγια —σουρβίζουν τους νουνούς απαγγέλοντας ρυθμικά:

Σούρβα, σούρβα γερό κορμί
γερό σταυρί και του χρόνου γούλ’ γέροι και καλόκαρδοι
Αλλού το συμπληρώνουν καλύτερα:
Σούρβα, σούρβα γερό κορμί γερό κορμί, γερό σταυρί
σαν ασήμι σαν κρανιά και του χρόν’ γούλ’ γεροί, και καλόκαρδοι
Στο άνοιγμα της πόρτας ψάλλουν τον Άγι Βασίλη:
Άγιο Βασίλης έρχεται Γεννάρης ξημερώνει
— Άγιο Βασίλη, πόρκεσαι και πούθε να πηγαίνης;
— Απ’ τη μάννα μ’ έρχομαι και στο σκολειό πηγαίνω.

Έτσι οι νουνοί αφού φιλοδωρήσουν τους βαπτιστικούς των, αφού τους φορτώσουν με πολλούς ξηρούς καρπούς, τους αποστέλλουν με δώρα για τους σπιτικούς. Αυτή η επίσκεψις είναι η πρώτη, που γίνεται μετά την εκκλησία. Και είναι σαν μια ιεροτελεστία με το τυπικό της απαράβατο. Αλλά και τα παιδιά όλα του λαού, όπως και τα Χριστούγεννα, γίνονται ομάδες στο πέσιμο του ήλιου και ξεκινούν στις συνοικίες να τραγουδήσουν τα πρωτοχρονιάτικα κάλανδα.

Μας ήρτε η Πρωτοχρονιά σας εύχομαι χρόνια πολλά
σας εύχομαι ευτυχία και του χρόνου με υγεία
Φίλοι μ’ αν έχετε παιδιά κι αν λείπουνε στην ξενητειά
εύχομαι να τα ιδήτε ως καθώς επιθυμήτε.
Ευτυχές το νέον έτος να το έχετε και φέτος
τι τα ζητούνε τα πολλά που καταντούνε βαρεττά;

Τα ολίγ’ αυτά αρκούνε κι αλλού τα καρτερούνε Κατευθυμώ να σας ειπώ πούρθαμε σταφεντικό δια να σας καλαντίσω
και να σας ευχαριστήσω. Στου παπού την πόρτα
κάθεται μια κόττα δος μου το μπαξίσι μου να πάγω σάλλη πόρτα.
Οταν τελείωση το τραγούδι οι σπιτικοί προσφέρουν τα παιδιά δώρα που τα λένε σουρβακίδια. Τα παιδιά εύχονται κι αποχωρούν να παν σάλλη πόρτα.

Σάλλα μέρη της Θράκης τραγουδούν τα κάλανδα όχι μόνο από βραδύς, αλλά και το πρωί μετά την εκκλησία. Πηγαίνοντας στα σπίτια τραγουδούν τον Αγιβασίλη, παίρνουν δώρα φρούτα, χρήματα κλπ. Τα δώρα αυτά τα μαζεύουν όλα σ’ ένα μέρος, και τα μοιράζονται κατόπιν. Όταν έλθουν τα Θεοφάνεια —τα Φώτα— ομάδες παιδιών με σταυρό μέσα σένα δίσκο ανάμεσα σε λουλούδια γύριζουν στα σπίτια του χωριού και ψάλλουν έξω από τα κάγκελα της αυλής το απολυτίκιο “Εν Ιορδάνη”.

Τότε βγαίνουν οι ένοικοι του σπιτιού και μευλάβεια χαιρετούν το σταυρό και προσφέρουν ό,τι έχουν. Τότε τα δώρα που μαζεύονται όλο το δωδεκαήμερο τα συγκεντρώνουν σένα σπίτι και διασκεδάζουν το βράδυ των Θεοφανείων. Το γλέντι αυτό είναι εξαιρετικά έυθιμο. Την άλλη μέρα αρχίζει ή δουλειά κι ανοίγουν τα σχολεία και η μελέτη. Τα γλέντια παύουν.
Στην Κομοτινή τα Χριστούγεννα δεν λένε κάλανδα, αλλά την Πρωτοχρονιά από βραδύς γυρνούν με ταναμμένα φανάρια στολισμένα με κορδέλλες χάρτινες και ποικιλόχρωμες, με βαπόρια και τραγουδούν τα κάλανδα από ένα τυπωμένο βιβλίο. Τα παιδιά κρατούν σφυριά ξύλινα, βαμμένα με λιγιώ - λογιώ χρώματα και μαυτά χτυπούν τις πόρτες και μαζεύουν στραγάλια, σύκα, ξυλοκέρατα, πορτοκάλια, καρύδια. ‘Όχι όμως και χρήματα. Η ποίηση των ημερών αυτών στη Θράκη είναι χωρίς σχήματα, είναι αληθινή, γεμάτη έξαρση κι αρμονία. Η λαϊκή μούσα τραγουδεί τον αγιβασίλη με χαρτί και καλαμάρι και τον καλεί να καθήση και να τραγουδήση με το λαό μαζί.

.. Εδώ παραθέτουμε από πολλά που έχουμε το τραγούδι του νοικοκύρη:
— Αφέντη μ’ αφεντίτσι μου, χίλιες φορές αφέντη
Αφέντη μου στη τάβλα σου χρυσή καντήλα καίει
Αν βάλης λάδι και κηρί φέγγει τουν κόσμουν όλουν
φέγγει και τις αρχόντισσες που κλώθουν το χρυσάφι
που δερμονίζουν τα φλουριά και κοσκινίζουν τάστρα.
Κι από τα κοσκινίσματα κερνά τα παλληκάρια.
Στο τραγούδισμα των καλάνδων πολλές φορές μεσολαβούν και διωξίματα. Δεν ανοίγουν οι πόρτες παρ’ όλα τα χτυπήματα, αλλά και τα παιδιά ξαίρουν να εκδικούνται με ωραία σκωπτικά στιχουργήματα.
Ένα τέτοιο σκωπτικό λέγονταν στο Ορτάκιοϊ της Θράκης:
— Εσένα πρέπει αφέντη μου σακκί και δεκανίκι
να σε τραβούνε τα σκυλιά και πέντε δέκα λύκοι.
Γενικά τα Θρακικά κάλαντα είναι τα καλύτερα ανάμεσα στα Πανελλήνια.

Με την ποιητική τους ομορφιά αποτελούν άξια στολίδια της νεοελληνικής λαϊκής μούσας σόλο το Πανελλήνιο. Η περισυλλογή τους και η δημοσίευσης είναι έργο της Εταιρείας Θρακικών Μελετών στην δεκαετία του 50, που σας εκπέμπει αυτές τις μουσικές εκπομπές.

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

Χριστουγεννιάτικα χοιροσφάγια. Παράδοση αιώνων!

Διαβάστε στο άρθρο

  • Χριστουγεννιάτικα χοιροσφάγια. Παράδοση αιώνων!
  • Mια πανάρχαια ιεροτελεστία
  • Η εθιμοτυπία της τελετής 

    Τα χοιροσφάγια ήταν ένα ιδιαίτερο έθιμο των Χριστουγέννων σε πολλές περιοχές και νησιά της Ελλάδας. Το πανάρχαιο λατρευτικό έθιμο της ζωοθυσίας ως μέσο εξασφάλισης αγαθών, αλλά και της ίδιας της ζωής, γνώρισε μεγάλες δόξες και ακόμη και σήμερα τελείται σε πολλά μέρη της Μακεδονίας και της Θράκης, καθώς και σε αρκετά νησιά του Αιγαίου. Στην αρχαιότητα τα χοιροσφάγια είχαν αποκλειστικά θυσιαστικό χαρακτήρα και μέχρι πριν από αρκετές δεκαετίες απηχούσαν αρχαίες εξιλαστήριες και καθαρτήριες θυσίες, που συνοδεύονταν από δεισιδαιμονικές πράξεις, όπως τα μαντέματα.
    Στην αρχαία Ρώμη, από τις 17 έως τις 23 Δεκεμβρίου γιορτάζονταν τα Σατουρνάλια, προς τιμήν του θεού Κρόνου. Κοινή αγροτική γιορτή μέχρι το 217 π.Χ., τα Σατουρνάλια έγιναν μια από τις σπουδαιότερες γιορτές των Ρωμαίων, που στην επταήμερη διάρκειά τους τελούνταν θυσίες, γίνονταν συμπόσια και παραμεριζόταν κάθε κοινωνική διάκριση, ανάμεσα στους ελεύθερους πολίτες και τους δούλους.
    Στις 25 Δεκεμβρίου ακολουθούσε ο εορτασμός του χειμερινού ηλιοστασίου, τα Βρουμάλια ή αλλιώς Μπρουμάλια. Γενέθλια ημέρα του Μίθρα, του αήττητου Ήλιου, η γιορτή αυτή συνδυαζόταν με τα ρωμαϊκά Σατουρνάλια και πιθανότατα με τα ελληνικά Κρόνια με σημαντικές επιδράσεις από τις γιορτές της Δήμητρας και του Διονύσου.
    Οι αρχαίοι Ρωμαίοι στην εορτή των Βρουμαλίων θυσίαζαν χοίρους στον Κρόνο και τη Δήμητρα. Ο χοίρος ήταν πιθανότατα μία ενσάρκωση του βλαστικού και γονιμικού δαίμονα, είτε, επειδή με την αδηφαγία του κατέστρεφε τη βλάστηση είτε και εξαιτίας της πολυτοκίας του.
    Η αρχαία συνήθεια του ελληνορωμαϊκού κόσμου για τη σφαγή του χοίρου στο τέλος του χρόνου ή σε άλλες σημαντικές για την καλή χρονιά περιστάσεις επέζησε μέσα στους αιώνες. Βέβαια, ενώ στην αρχή επρόκειτο για ένα έθιμο που αποσκοπούσε στην εξασφάλιση της καλής σοδειάς, στην πορεία απετέλεσε αναπόσπαστο κομμάτι επιβίωσης και συνήθως μοναδική πηγή κρέατος και λίπους των αγροτικών οικογενειών για όλη τη χρονιά.
    Σε παλιότερες εποχές το κρέας ήταν είδος πολυτελείας για τους χωρικούς, που το έτρωγαν μόνο τα Χριστούγεννα, τις Απόκριες και το Πάσχα. Επειδή, όμως, οι οικογένειες τότε ήταν πολυπληθείς φρόντιζαν για την εξασφάλιση και της ανάλογης ποσότητας κρέατος. Γι’ αυτό κάθε αγροτική οικογένεια (εκτός από τις πολύ φτωχές) διατηρούσε έναν ή περισσότερους χοίρους, που τους αποκαλούσαν χοιράδια και χοιροσφάια και τους συντηρούσαν τις περισσότερες φορές με τυρόγαλο και με τα αποφάγια του σπιτιού επιδιώκοντας να γίνουν όσο το δυνατόν πιο παχιοί.
    Πριν το 1940, οι περισσότερες οικογένειες προσπαθούσαν πολύ για να έχουν το μεγαλύτερο γουρούνι του χωριού, δίνοντάς του να φάει αλεσμένο καλαμπόκι, πίτουρο, βελανίδια, χαρούπια, ζεστό νερό και αλάτι. Όταν μάλιστα η οικογένεια είχε πολλά μέλη, το γουρούνι έπρεπε να παχύνει πολύ, ώστε το λίπος του να είναι αρκετό για όλους.
    Στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας τα Χριστούγεννα, όποιος έσφαζε το πιο παχύ γουρούνι θεωρούνταν ο καλύτερος νοικοκύρης του χωριού. Η προετοιμασία για το σφάξιμο του γουρουνιού γινόταν με εξαιρετική φροντίδα, ενώ επακολουθούσε γλέντι μέχρι τα ξημερώματα, για να επαναληφθεί η ίδια διαδικασία την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα. Τρεις - τέσσερις συγγενικές οικογένειες καθόριζαν με τη σειρά, ποια ημέρα θα έσφαζε η κάθε μια το γουρούνι της. Επειδή η όλη διαδικασία είχε ως επακόλουθο το γλέντι και τη χαρά, η ημέρα αυτή καθιερώθηκε και ως "γουρουνοχαρά” ή “γρουνουχαρά". Όταν μάλιστα προσκαλούσαν κάποιον την ημέρα αυτή, δεν έλεγαν “έλα να σφάξουμε το γουρούνι”, αλλά “έλα, έχουμε γουρουνοχαρά”.
    Συγγενείς, φίλοι και γείτονες μαζεύονταν όχι μόνο για να γλεντήσουν με τους λαχταριστούς μεζέδες, να δοκιμάσουν το καινούριο κρασί ή τη ρακή, αλλά κυρίως για να βοηθήσουν στη σφαγή και τις εργασίες της συντήρησης του κρέατος, στην παρασκευή των λουκάνικων, των σύγλινων, της λόζας, της γλίνας, κ.ά.
    Τα χοιροσφάγια δε συνέπιπταν τις ίδιες ημερομηνίες σε όλη την Ελλάδα. Σε άλλες περιοχές τα έσφαζαν 5 - 6 ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα και σε άλλες άρχιζαν από την ημέρα των Χριστουγέννων και μετά. Τα περισσότερα γουρούνια σφάζονταν στις 27 Δεκεμβρίου, την ημέρα μνήμης του Αγίου Στεφάνου. Γι’ αυτό και η γιορτή αυτή ονομαζόταν "γρουνοστέφανος” ή “γουρουνοστέφανος". Υπήρχαν όμως και μικρές περιοχές που τα έσφαζαν ένα μήνα ή και περισσότερο μετά τα Χριστούγεννα.
    Η γουρουνοχαρά ή αλλιώς χοιροσφάγια ήταν ένα μακραίωνο έθιμο που άντεξε μέχρι το 1940 στις αγροτικές περιοχές. Συνεχίστηκε βέβαια και αργότερα, μέχρι το 1955, αλλά η Κατοχή και ο εμφύλιος πόλεμος ανέτρεψαν αυτή την παραδοσιακή συνήθεια που κράτησε πολλούς αιώνες. Σήμερα τα χοιροσφάγια δεν είναι παρά μια ακόμα ευκαιρία για μια οικογενειακή γιορτή, όπου σμίγουν φίλοι και γνωστοί, γλεντούν με παραδοσιακή μουσική, ετοιμάζουν τοπικούς μεζέδες, αλλά και τα αλλαντικά της χρονιάς. Οι άντρες, όπως και στο παρελθόν, αναλαμβάνουν το δύσκολο έργο της σφαγής, του καθαρισμού και του τεμαχισμού του ζώου και οι γυναίκες παρασκευάζουν τα λουκάνικα, τα σύγλινα, τα απάκια, τις λούζες, κ.ά. Άλλοι παστώνουν το λαρδί και άλλοι ψήνουν μεζέδες, ενώ στο τέλος κάθονται όλοι στο τραπέζι και αρχίζουν τα πειράγματα και τα τραγούδια μέχρι αργά το βράδυ.

    Μια πανάρχαια ιεροτελεστία

    Τα χοιροσφάγια στο παρελθόν ήταν μια γιορτή, που δεν επισκιαζόταν από τη θυσία του ζώου, όπως φαίνεται σε εμάς σήμερα που το αντιμετωπίζουμε σαν μια κατάσταση ιδιαίτερης σκληρότητας. Εμείς δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε την όλη τελετουργία, όμως οι πρόγονοί μας την ώρα της “θυσίας” είχαν σεβασμό στη διαδικασία και άμεση επαφή με προαιώνιες συνήθειες. Φρόντιζαν, μάλιστα, ώστε να υποφέρει όσο το δυνατό λιγότερο ο χοίρος, για να αντιληφθεί ότι κάτι πολύ ιδιαίτερο συνέβαινε εκείνη την ώρα. Και ίσως αυτό να μην καθαγίαζε το γεγονός της σφαγής, αλλά οι άνθρωποι έδιναν στα χοιροσφάγια τις δικές τους αιτιολογικές εξηγήσεις και τα είχαν εντάξει σ’ ένα πολιτιστικό πλαίσιο με κανόνες, πίστη, αλλά και σεβασμό.
    Τα χοιροσφάγια ή αλλιώς οι νεοελληνικές αιματηρές θυσίες, όπως ονομάζει ο Γεώργιος Αικατερινίδης αυτές τις εκδηλώσεις λαϊκής λατρείας, διακρίνονταν σε δημόσιες και ιδιωτικές και γίνονταν συνήθως με τη συμμετοχή του ιερέα του χωριού.
    Η ιεροτελεστία της σφαγής του χοίρου και η ιδιαίτερη εθιμοτυπία που ακολουθείται σε όλη τη διαδικασία ήταν πανάρχαια και πολύ διαδεδομένη. Το αρχαίο, όμως, αυτό έθιμο είχε επηρεαστεί σημαντικά και από τις χριστιανικές και ιουδαϊκές συνήθειες, πράγμα που δικαιολογούσε και την παρουσία του ιερέα.
    Πέρα βέβαια από τις διάφορες θρησκευτικές και εθνολογικές ερμηνείες, το έθιμο δείχνει τη σημασία που είχε ο χοίρος για την αγροτική οικογένεια και την οικονομία. Άλλωστε, η εξίσωση οικονομίας και λατρείας ήταν πολύ φυσική στις παραδοσιακές κοινωνίες, που ήταν αυτάρκεις στις υλικές τους ανάγκες και συντηρητικές στα ήθη τους.
    Το σφάξιμο του χοίρου γινόταν με ειδικό μαυρομάνικο μαχαίρι και συνήθως το έκανε ο αρχηγός της οικογένειας. Με το πέρασμα των χρόνων, όμως, το σφάξιμο γινόταν από τον πιο επιδέξιο του χωριού, γιατί το ζώο δεν έπρεπε να ταλαιπωρηθεί, άρα αυτός που θα έκανε τη δύσκολη δουλειά έπρεπε να είναι γνώστης και αυστηρά επιλεγμένος. Αυτός που θα “θυσίαζε” το χοίρο, χάρασσε το σημείο του σταυρού στο λαιμό του ζώου, ενώ κάποιος από τους παριστάμενους ή ο ιερέας έλεγε το “Πιστεύω” ή το “Πάτερ ημών”. Στη συνέχεια, από το αίμα του ζώου έκαναν ένα σταυρό στο μέτωπο των μικρών παιδιών και των ζώων, για να τα προφυλάξουν από το κακό μάτι. Σε πολλά μέρη της Ελλάδας κάρφωναν το ρύγχος του χοίρου στον τοίχο ή στην πόρτα του σπιτιού, για να διώχνει τους πονηρούς καλικάντζαρους. Από τη σπλήνα και το συκώτι του χοίρου οι γεροντότεροι μάντευαν το μέλλον της οικογένειας, ενώ αμέσως μετά τη σφαγή θυμιάτιζαν το ζώο με λιβάνι.
    Όλα αυτά δείχνουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της σφαγής του χοίρου, κατά την οποία θεωρείται ότι απελευθερώνονται δυνάμεις που ο θύτης προσπαθεί να κατευθύνει προς ευνοϊκό αποτέλεσμα, δυνάμεις που πρέπει να καθαρθούν πριν βγουν από την πληγή του ζώου και λειτουργήσουν ελεύθερες.
    Η χρήση συγκεκριμένου μαχαιριού αποκλειστικά γι’ αυτή τη σφαγή, η φωτιά με τα κάρβουνα στο φτυάρι, το λιβάνι που ξορκίζει τα δαιμόνια, ακόμη και το ράντισμα του ζώου με χαμομήλι έχουν όλα καθαρτήριες ιδιότητες. Το ίδιο είχαν και οι συνήθειες με το αλάτισμα των κλειδώσεων του ζώου, αλλά και η τοποθέτηση στο στόμα του σφαγμένου χοίρου του ποδιού του, με τη ρήση “Να φας τα πόδια σου”. Τέλος, η κατανάλωση των εντοσθίων από όλους τους παριστάμενους με χορό και τραγούδι θυμίζει την κοινωνία των συμμετεχόντων στις ευεργετικές επιρροές της θυσίας.
    Παράλληλα με τις λαογραφικές και λατρευτικές εξηγήσεις, ο λαός έδωσε στα χοιροσφάγια και τις δικές του αιτιολογήσεις. Σύμφωνα με τον Γεώργιο Αικατερινίδη, στη Θεσσαλία “τα Χριστούγεννα σφάζανε τα γουρούνια, γιατί τα Χριστούγεννα πήγαινε η Παναγία με τον Ιωσήφ και το Χριστό στην Αίγυπτο, για να μην τον σφάξει ο Ηρώδης. Μπροστά πήγαινε η Παναγία και ο Ιωσήφ και πίσω τα γουρούνια χαλούσαν τα χνάρια...”  Στην ίδια περιοχή, η παράδοση ανέφερε πως όταν ο Ηρώδης έσφαξε τα παιδιά στη Βηθλεέμ, τα γουρούνια μούγκριζαν σαν παιδιά που τα σφάζουν, και κάποιοι από τους δήμιους δεν πλησίασαν, με αποτέλεσμα να σωθούν κάποια παιδιά. Γι΄ αυτό, λέει ο λαός, έσφαζαν γουρούνια τα Χριστούγεννα...


    Η εθιμοτυπία της τελετής

    Για κάθε σφαγή ενός μεγάλου γουρουνιού χρειάζονταν 5 - 6 νέοι άνδρες. Η σφαγή ήταν δύσκολη και σκληρή και αυτός που θα την έκανε έπρεπε να είναι καλός τεχνίτης. Επίσης, το γδάρσιμο απαιτούσε χέρι έμπειρο και δυνατό για να μην κάνει τρύπες, δεδομένου ότι το δέρμα αυτό το χρησιμοποιούσαν για τα περίφημα “γουρουνοτσάρουχα” (όρος που εξακολουθεί να χρησιμοποιείται για τα κακοφτιαγμένα, σκληρά και βαριά παπούτσια), που τα φορούσαν κυρίως στα χωράφια. Είναι άξιο θαυμασμού, ότι από το χοίρο δεν έμενε τίποτα. Όπως έλεγαν οι Ιταλοί της Πάρμας, "ο χοίρος είναι σαν τη μουσική του Verdi, δεν έχει τίποτε να πετάξεις!" Εκτός από το κρέας, το λίπος και το δέρμα του, χρησιμοποιούσαν και τις τρίχες του για βούρτσες, το πάχος του για στεγανοποιητική χρήση, ακόμη και την ουροδόχο κύστη του την έκαναν μπάλα για τα παιδιά! Και βέβαια, στις παλιές μέρες της φτώχειας, ακόμη και τα ποδαράκια τα έβραζαν και έκαναν ωραίες πηχτές σούπες.
    Όπως είδαμε παραπάνω, υπήρχε συγκεκριμένο τελετουργικό στη σφαγή του χοίρου. Ήταν απαραίτητο να υπάρχει φωτιά, ζεστό νερό, κάρβουνο και λιβάνι, καθώς την ώρα που γινόταν η σφαγή, η νοικοκυρά έπρεπε να τα ρίξει πάνω στη σφαγή.
    Κατά τη διάρκεια της σφαγής η νοικοκυρά περίμενε με το βραστό νερό για το κεφάλι του χοίρου (γουρνοκέφαλο), ενώ τα μικρά παιδιά στέκονταν για να δουν γεμάτα περιέργεια. Μόλις έκοβαν το κεφάλι, μια από τις παριστάμενες γυναίκες με ένα μικρό φτυάρι γεμάτο κάρβουνα και θυμίαμα πήγαινε στους σφάχτες και αυτοί σε σχήμα σταυρού έριχναν τα κάρβουνα στο κομμένο κεφάλι. Ένας από τους άντρες βουτώντας τα δάχτυλα μέσα στο αίμα, άλειφε μ' αυτό το μέτωπο των μικρών παιδιών.
    Στη συνέχεια ξύριζαν το ζώο και το έβαζαν ανάσκελα πάνω σε σανίδια. Εκεί άρχιζαν το γδάρσιμο, πρώτα από την περιοχή της κοιλιάς. Το λίπος στο μέρος εκείνο, το λεγόμενο "μπασιορτή", το κρατούσαν για τα λουκάνικα που θα έφτιαχναν μετά. Στη Τζιά το λίπος της κοιλιάς το έλεγαν “βασιλικό” και το θεωρούσαν το καλύτερο. Επειδή ήταν απαλό σαν μετάξι και σχεδόν άγευστο, ήταν ό,τι πρέπει για πίτες, ψωμί, αλλά και κουραμπιέδες. Οι γυναίκες έκοβαν το βασιλικό λίπος σε μικρά κομμάτια, τα έβαζαν σ’ ένα παλιό, καπνισμένο, χάλκινο τσουκάλι μόνο με νερό και το έβραζαν στα ξύλα στη άκρη της αυλής.
    Σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας κρεμούσαν το σφαγμένο ζώο πάνω σ’ ένα τσιγκέλι με το κεφάλι προς τα κάτω για να αδειάσει το αίμα και μετά το τεμάχιζαν. Σε πολλά νησιά του Αιγαίου σε κάθε σπίτι στο στεγάδι (σκεπαστή βεράντα που έπαιζε και ρόλο κουζίνας) υπήρχε ένας γάντζος γερά στερεωμένος, για να κρεμιέται από ’κει το σφαγμένο γουρούνι, σε χώρο καλά προστατευμένο από τον αέρα και τη βροχή.
    Αφού ξεκοίλιαζαν το κρεμασμένο ανάποδα γουρούνι, άρχιζαν να το “ξελουρώνουν”, δηλαδή να το γδέρνουν αφαιρώντας το δέρμα, όχι ολόκληρο, αλλά αφού πρώτα το χώριζαν σε λωρίδες που τις τραβούσαν από πάνω προς τα κάτω.
    Μετά το γδάρσιμο αφαιρούσαν τα εντόσθια. Ο πιο έμπειρος άνδρας κοιτούσε τη σπλήνα και έκανε τα μαντέματα για τον καιρό και την οικογένεια. Αν η σπλήνα ήταν διογκωμένη, ο χειμώνας θα παρατεινόταν μέχρι τον Μάρτιο. Στην αντίθετη περίπτωση ο χειμώνας θα ήταν κανονικός.
    Στη συνέχεια, όλοι μαζί, ξεχώριζαν το λίπος από το κρέας και τα έκοβαν σε μικρά τεμάχια. Το λίπος αυτό, αφού το έλιωναν πρώτα, το έβαζαν σε μεγάλα δοχεία και το πάγωναν, για να διατηρηθεί σχεδόν όλο το χρόνο. Όλη μέρα άλλος έβγαζε κρέας για τηγανιά (φαγητό φτιαγμένο στο τηγάνι από ψαχνό κρέας, συκώτι, σπλήνα, καρδιά), άλλος έκοβε κρέας και λίπος για τα λουκάνικα και άλλος ταχτοποιούσε το δέρμα, ώστε να στεγνώσει και να φτιάξουν τα περίφημα γουρουνοτσάρουχα. Οι άντρες έσφαζαν, έγδερναν και έκοβαν το κρέας, ενώ οι γυναίκες έβραζαν τη γλίνα (το λίπος του χοίρου), βοηθούσαν στο γέμισμα των λουκάνικων, έτριβαν τα αρωματικά, έραβαν τη λόζα (τη μοναδική αυτή κυκλαδική λιχουδιά) και βέβαια ετοίμαζαν και σερβίριζαν στους καλεσμένους διάφορες χοιρινές νοστιμιές.
    Όταν τελείωνε ο τεμαχισμός του γουρουνιού γινόταν μια ολιγόωρη παύση. Οι σφάχτες σκούπιζαν τα μαχαίρια, έπλεναν τα χέρια τους με ζεστό νερό και απολάμβαναν τη νόστιμη τηγανιά, που σερβίρονταν με κόκκινο κρασί, σβώλους τυριού και ψωμί. Το φαγοπότι, που κρατούσε κάμποση ώρα, συνοδεύονταν και από τραγούδια.
    Το κρέας το αλάτιζαν και το έβαζαν σε πιθάρια, για να το έχουν σαν ένα από τα κύρια φαγητά τις παγωμένες νύχτες του χειμώνα. Παλιότερα, πριν από το 1920, το κρέας αυτό το τοποθετούσαν στο ίδιο το δέρμα του γουρουνιού. Το λίπος το έκοβαν μικρά κομματάκια και το έλιωναν μέσα σε καζάνι, που έβραζε κάτω από μεγάλη φωτιά. Για να λιώσει το λίπος οι νοικοκυρές δυσκολεύονταν πραγματικά για 2 - 3 ημέρες, ανάλογα με την ποσότητά του. Η φωτιά έπρεπε να καίει με ένταση, χωρίς να ελαττώνεται καθόλου, ώστε το λιώσιμο να γίνεται κανονικά για κάθε καζάνι. Αφού άδειαζε το ρευστό λίπος στο δοχείο, έμεναν τα υπολείμματα, μικρά τεμάχια που όχι μόνο δεν τα πετούσαν, αλλά αποτελούσαν τους καλύτερους μεζέδες για όλους. Αυτά τα ροδοκοκκινισμένα κομματάκια, ιδιαίτερα ελκυστικά και γευστικά για πολλούς, ήταν οι τσιγαρίδες ή τσιγαρίθρες. Το χοιρινό κρέας γινόταν μαγειρευτό, αλλά ο καλύτερος μεζές του ήταν ο σουφλιμάς στη θράκα με μπόλικη ρίγανη και η τηγανιά, μικρά κομμάτια χοιρινού στο τηγάνι με πιπέρι και ρίγανη.
    Τα πνευμόνια και τη σπλήνα και άλλα εντόσθια μαζί με πράσο, ρύζι και μυρωδικά οι νοικοκυρές στη Φθιώτιδα τα χρησιμοποιούσαν για να φτιάξουν "μπουμπάρια". Όλη αυτή τη μάζα την περνούσαν μέσα σε ένα έντερο και στη συνέχεια τα έβραζαν για αρκετή ώρα. Μετά τα έβαζαν στο φούρνο για να ροδοκοκκινίσουν και πρόσφεραν έναν νόστιμο μεζέ τις επόμενες μέρες.
    Οι άνδρες έκαναν και το γέμισμα των λουκάνικων, για το οποία έδειχναν ιδιαίτερη επιμέλεια. Το κρέας το έκοβαν μικρά κομματάκια και το έπαιρναν κυρίως από τα πλευρά και το φιλέτο. Αυτό το κομμένο κρέας το έριχναν και έβραζε σε μικρό καζανάκι μαζί με διάφορα μπαχαρικά, τα οποία έκαναν τα λουκάνικα να ευωδιάζουν. Γι' αυτή τη δουλειά όλοι οι άντρες ήταν καθισμένοι γύρω από το καζάνι, και όταν κρύωνε, άρχιζαν με τους γεμιστήρες να γεμίζουν τα λουκάνικα. Τα αρμάθιαζαν σ' ένα ξύλινο κοντάρι και τα κρέμαγαν ψηλά μέσα στο σπίτι, για να στεγνώσουν. Σε κάποιες περιοχές τα κάπνιζαν στο τζάκι μαζί με πολλά αρωματικά.
    Στην Κρήτη, εκτός από λουκάνικα έφτιαχναν ομαθιές (έντερα του χοίρου γεμισμένα με ρύζι, σταφίδες και κομματάκια συκώτι), απάκια (καπνιστό κρέας), πηχτή (ή τσιλαδιά: αφαιρούσαν κάθε ίχνος κρέατος από το κεφάλι του ζώου και το έβραζαν για ώρες με νερό και κρασί), καθώς και σύγλινα. Τα σύγλινα, πολύ γνωστή λιχουδιά και στη Μάνη, ήταν χοιρινό κρέας κομμένο σε μικρά κομμάτια, που το έψηναν και το έβαζαν σε μεγάλα δοχεία και το κάλυπταν με το λιωμένο λίπος του ζώου. Το λίπος έπηζε μόλις έχανε τη θερμότητά του και το κρέας μπορούσε να διατηρηθεί έτσι για αρκετούς μήνες. Έτσι, ο χοίρος των Χριστουγέννων ήταν η βασική πηγή κρέατος για πολύ καιρό.