Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

Ο Θρακιώτης ιερολοχίτης του 1821



Θρακιώτης αγωνιστής του 1821, ιερολοχίτης και μεγάλος εθνικός ευεργέτης. Γεννήθηκε το 1803 στο Σαμμάκοβο της περιφέρειας των Σαράντα Εκκλησιών της Ανατολικής Θράκης. Καταγόμενος από φτωχή οικογένεια, μετανάστευσε, μαζί με τα αδέρφια του Θεόδωρο, Πασχάλη και Αθανάσιο, στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας. Εκεί ασχολήθηκαν με το εμπόριο και δημιούργησαν τεράστια περιουσία.

Ο Κωνσταντίνος και ο Πασχάλης μόλις κηρύχτηκε το 1821 η Ελληνική Επανάσταση κατατάχτηκαν στον Ιερό Λόχο του Αλέξανδρου Υψηλάντη και πολέμησαν με μεγάλη γενναιότητα στο Δραγατσάνι και το Σκουλένι, όπου σκοτώθηκε ο Πασχάλης. Ο Κωνσταντίνος ήταν από τους λίγους που σώθηκαν και επέζησαν. Στο Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο Αθηνών, στην Παλιά Βουλή, εκτίθενται η φωτογραφία του Κωνσταντίνου Ξενοκράτη, τα δύο πιστόλια του με τη χρυσή σκανδάλη και λαβή, η μαχαιριά του, η σφραγίδα του και η μαυρόχρωμη στολή του ιερολοχίτη. Αυτά είναι τα μόνα που διασώζονται σήμερα από τον Ιερό Λόχο του Υψηλάντη.

Μετά το τέλος της Επανάστασης οι αδερφοί Ξενοκράται διέθεσαν ολόκληρη σχεδόν την τεράστια περιουσία τους για την ανέγερση ναών, την ίδρυση εκπαιδευτηρίων, νοσοκομείων και άλλων πνευματικών και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Πρόσφεραν σημαντικό μέρος της δαπάνης για την ανέγερση της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και αντιμετώπισαν τη δαπάνη ίδρυσης και λειτουργίας του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως και της Αδελφότητας Ξηροκρήνης. Με δωρεά τους ιδρύθηκαν σχολεία και ανεγέρθηκε ναός στο Σαμόκοβο. Έργο εξολοκλήρου δικό τους ήταν το «Ξενοκράτειον Νοσοκομείον» του Βουκουρεστίου, το οποίο λειτούργησε μέχρι το 1921, καθώς και το «Ξενοκράτειον Παρθεναγωγείον» στο Μεσολόγγι, το οποίο ανήγειραν εκεί σε ένδειξη του μεγάλου σεβασμού τους προς την ιερή αυτή πόλη της Ελλάδας. Ο Κωνσταντίνος Ξενοκράτης κάθε χρόνο την 25η Μαρτίου φορούσε με υπερηφάνεια τη στολή του ιερολοχίτη, η οποία, μετά το θάνατο του το 1876 προσφέρθηκε από την οικογένειά του στο Έθνος. 




Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

Συρακουσία - Το μεγαλειώδες πλοίο του Αρχιμήδη


Σημαντικότερος ερευνητής της ελληνιστικής εποχής είναι αναμφίβολα ο Αρχιμήδης (285-212 π.Χ.) από τις Συρακούσες, ο οποίος είχε επισκεφτεί για κάποιο χρονικό διάστημα την Αλεξάνδρεια. κατασκεύασε αντλίες νερού (κοχλίες), πολύσπαστα, έλικες, γερανούς και καταπέλτες, τους τελευταίους για την υπεράσπιση της ιδιαίτερης πατρίδας του. 'Άλλος σημαντικός ερευνητής της εποχής ήταν ο Κτησίβιος, ο εφευρέτης της αντλίας νερού, την οποία περιέγραψε αργότερα ο έτερος μεγάλος ερευνητής της εποχής, ο Ήρων ο Αλεξανδρινός (έζησε περί το 150 π.Χ., κατ' άλλους όμως περί το 250 μ.Χ.)

Τον 3ο αιώνα π.Χ. είχε αναπτυχθεί μεταξύ των ελληνιστικών κρατών και πόλεων ένας ανταγωνισμός σε διάφορους τεχνολογικούς τομείς, με σημαντικότερο αυτόν που αφορούσε τη ναυπήγηση όλο και μεγαλύτερων πλοίων.

Ο Βασιλιάς των Συρακουσών, Ιέρων ο Β', ανεψιός του Αρχιμήδη, θέλησε να βοηθήσει τις πληγείσες από λιμό περιοχές της Ρώμης και Αλεξάνδρειας, προμηθεύοντας τες με μεγάλες ποσότητες σιτηρών. Όμως επειδή η απόσταση μεταξύ Συρακουσών και Αλεξάνδρειας ήταν μεγάλη αλλά και λόγω του "ανταγωνισμού" των Ελληνιστικών πόλεων περί των τεχνολογικών επιτευγμάτων και καινοτομιών, θέλησε και έδωσε εντολή (ο Ιέρωνας) να κατασκευαστεί ένα πλοίο το οποίο ναι μεν θα ήταν αρκετά μεγάλο ώστε να χωρέσει αρκετά μεγάλες ποσότητες σιτηρών, να ήταν σε θέση δε το εν λόγω πλοίο να αμυνθεί σε περίπτωση πειρατικών επιθέσεων.

Αποτέλεσμα, ήταν να κατασκευαστεί και να ναυπηγηθεί ένα πλοίο εντυπωσιακό και μοναδικό για την εποχή εκείνη, το οποίο ήταν ταυτόχρονα εμπορικό, επιβατικό και πολεμικό! Η περίφημη «Συρακουσία», δλδ. η κυρία των Συρακουσών.

Τη μοναδική περιγραφή αυτού του πλοίου έγραψε ο Μοσχίων, του οποίου το έργο έχει χαθεί, αλλά υπάρχει μια εκτεταμένη περίληψη που συμπεριέλαβε ο Αθηναίος στο έργο του «Δειπνοσοφισταί». Κατασκευαστής-ναυπηγός του πλοίου ήταν ο Κορίνθιος Αρχίας κατ' εντολήν του Ιέρωνα Β' (269-215 π.Χ.), τυράννου των Συρακουσών. Το μήκος του πλοίου ήταν μεγαλύτερο από 80 μέτρα και το πλάτος του περί τα 35 μέτρα. Με σημερινά δεδομένα, το πλοίο αυτό είχε ένα εκτόπισμα μεγαλύτερο από 4.500 τόνους και για την κατασκευή του που κράτησε 1 έτος, χρειάστηκε ξυλεία όση για την κατασκευή 60 τριηρών! (Jean MacIntosh Turfa - Alwin G. Steinmayer Jr., «The Syracusia as a giant cargo vessel», International Journal of Nautical Archaeology 28 (1999), 2, 105–125).



Η Συρακουσία καθελκύστηκε ημιτελής, με τη βοήθεια του κοχλία που είχε επινοήσει ο Αρχιμήδης. Πρόκειται για την πρώτη γραπτή αναφορά στον αρχιμήδειο κοχλία, τον οποίο περιγράφει ο Μοσχίων.

Το πλοίο είχε τρία καταστρώματα:
  • Στο ανώτερο κατάστρωμα ήταν τοποθετημένες πολεμικές μηχανές (καταπέλτες, βαλλίστρες, χελώνες, πύργοι, άγκιστρα κ.ά.) και εφρουρείτο από ισχυρό σώμα στρατιωτών. 
  • Στο δεύτερο κατάστρωμα ήταν εγκαταστημένα πολυτελή λουτρά, ναός της Αφροδίτης, γυμναστήρια, βιβλιοθήκη και άλλες εγκαταστάσεις ψυχαγωγίας και αναπαύσεως. 
  • Στο τρίτο κατάστρωμα, τέλος, βρίσκονταν όλοι οι βοηθητικοί χώροι, αποθήκες εφοδιασμού, αντλιοστάσιο, δεξαμενές νερού, στάβλοι για τα άλογα, εργαστήρια, φούρνοι, μύλοι και διάφορα άλλα. Ο Αθήναιος αναφέρει ότι το πλοίο είχε κατασκευαστεί με πρότυπο μια «εικοσήρη», αλλά θεωρείται απίθανο να εννοούσε ότι υπήρχαν πράγματι 20 σειρές καθισμάτων για τους κωπηλάτες.
Συρακουσία 1798 - Φανταστική αναπαράσταση του πλοίου «Συρακουσία» κατά το 18ο αιώνα

Αυτό το «πλεούμενο νησί», συγκρίσιμο με τα σημερινά αεροπλανοφόρα σε σχέση με τα άλλα πλοία της εποχής μας, ήταν ιδιαίτερα δυσκίνητο λόγω του μεγέθους και δεν υπήρχε στη Μεσόγειο κάποιο λιμάνι να το δεχτεί. Είναι προφανές ότι η ναυπηγική τεχνολογία εκείνης της εποχής, που γνώριζε ως κινητήρια δύναμη τους κωπηλάτες και τον αέρα, είχε φτάσει στα όριά της. το επόμενο ανατρεπτικό άλμα στη ναυπηγική έγινε μετά από περίπου 21 αιώνες, κατά το 19ο αιώνα, με την εισαγωγή της ατμοκίνησης!

Η «Συρακουσία» έκανε ένα μοναδικό ταξίδι, από τις Συρακούσες στην Αλεξάνδρεια, όπου ο Ιέρων χάρισε το πλοίο στον Πτολεμαίο, αφού το μετονόμασε σε «Αλεξάνδρεια».

Μεγάλη Σαρακοστή



Μεγάλη Σαρακοστή, ονομάζεται η νηστεία που προηγείται του Πάσχα. Την λέμε Μεγάλη για να την ξεχωρίζουμε από την νηστεία που προηγείται των Χριστουγέννων, η οποία χαρακτηρίζεται «Μικρή» επειδή είναι ελαφρότερη. Σαρακοστή ονομάζεται επειδή γίνεται εις ανάμνηση της σαρανταήμερης νηστείας του Χριστού στην έρημο.Η Μεγάλη Σαρακοστή καθιερώθηκε τον 4ο αιώνα. Η αρχική της διάρκεια ήταν έξι εβδομάδες, ενώ αργότερα προστέθηκε και μία έβδομη. Έτσι στην εποχή μας η Μεγάλη Σαρακοστή ξεκινά την Καθαρά Δευτέρα και τελειώνει το Μεγάλο Σάββατο. Σε όλη την διάρκεια της Σαρακοστής, κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, τελείται στην εκκλησία μας η Προηγιασμένη Ακολουθία. Σε αυτήν οι πιστοί μπορούν να λάβουν Θεία Κοινωνία, η οποία όμως έχει προαγιασθεί την προηγουμένη Κυριακή. Γι’ αυτό τον λόγο ονομάζεται η Ακολουθία αυτή Προηγιασμένη. Τα πρώτα Χριστιανικά χρόνια η ακολουθία αυτή ετελούντο σχεδόν καθημερινά, καθ’ όλη την διάρκεια της Σαρακοστής. Στις μέρες μας, όπως είπαμε, έχει περιορισθεί η τέλεση της κάθε Τετάρτη και Παρασκευή της Μεγάλης Σαρακοστής.
Κάποιες ημέρες της Μεγάλης Σαρακοστής έχουν ξεχωριστή σημασία και δική τους σημειολογία. Ας τις δούμε μια μια:
Το Σάββατο της πρώτης εβδομάδας της νηστείας είναι αφιερωμένο στο θαύμα των κόλλυβων του μεγαλομάρτυρα Θεοδώρου του Τήρωνος. Θαύμα που βοήθησε τους Χριστιανούς της Κωνσταντινούπολης, να τηρήσουν την νηστεία, που προσπάθησε με δόλια μέσα να μολύνει ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, Ιουλιανός ο Παραβάτης. Ο αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινούπολης είδε σε όνειρο τον μεγαλομάρτυρα Θεόδωρο, ο οποίος του φανέρωσε τις προθέσεις του Ιουλιανού και τον συμβούλεψε αντί των αρτύσιμων φαγητών να φτιάξουν και να φάνε ως τροφή, οι χριστιανοί, κόλλυβα. Έτσι φτιάχνοντας και μοιράζοντας κόλλυβα, θυμόμαστε και τιμούμε κάθε χρόνο το θαύμα του μεγαλομάρτυρα Θεοδώρου.
Η Α΄ Κυριακή των νηστειών, είναι η Κυριακή της Ορθοδοξίας. Γιορτάζουμε την αναστύλωση των αγίων και σεπτών εικόνων από την αυτοκράτειρα του Βυζαντίου Θεοδώρα το 843μ.Χ.
Η Β΄ Κυριακή των νηστειών είναι αφιερωμένη στην μνήμη του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (14ος αιώνας). Ο Άγιος Γρηγόριος υπήρξε κορυφαίος διδάσκαλος των ορθοδόξων δογμάτων και πολέμιος των αιρέσεων.
Η Γ΄ Κυριακή των νηστειών, είναι η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως. Αυτή η ημέρα είναι αφιερωμένη στον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό, το σύμβολο της πίστης μας. Ημέρα που οι πιστοί παίρνουν δύναμη να συνεχίσουν την πορεία τους, την νηστεία, που θα τους οδηγήσει στην Ανάσταση του Κυρίου.
Η Δ΄Κυριακή των νηστειών, είναι ημέρα που τιμάται η μνήμη του Αγίου Ιωάννη, συγγραφέα της Κλίμακας. Η κλίμακα είναι ένα βιβλίο με ομιλίες του Αγίου Ιωάννη. Αντικείμενο των ομιλιών αυτών είναι τα σκαλοπάτια της πνευματικής ανάβασης των Μοναχών, μέσα από την προσωπική τους άσκηση.
Η ημέρα Τετάρτη της 5ης εβδομάδας της Μεγάλης Σαρακοστής είναι η Τετάρτη του Μεγάλου Κανόνος. Συγγραφέας και συνθέτης του Μεγάλου Κανόνα είναι ο Άγιος Πατέρας μας Ανδρέας, ο ΑρχιεπίσκοποςΚρήτης. Μέσα στα 250 τροπάρια που τον απαρτίζουν, έχει συγκεντρώσει τις ιστορίες από τον Αδάμ έως και την Ανάληψη του Κυρίου. Καλεί δε κάθε έναν από εμάς, να παραδειγματιζόμαστε από αυτές, να μιμούμαστε τα καλά και να αποφεύγουμε τα άσχημα που έπραξαν οι πρόγονοι μας.
Την Παρασκευή της ίδιας εβδομάδας είναι ο Ακάθιστος Ύμνος. Ημέρα αφιερωμένη στην Παναγία που στέκει πάντα βοηθός των Χριστιανών σε περιόδους ειρήνης ή πολέμου. Εορτάζουμε τα θαύματα που έκανε η Παναγία προστατεύοντας την Βασιλεύουσα από λαούς που ήθελαν να την κυριεύσουν. Μετά από μια τέτοια νίκη ο λαός της Κωνσταντινούπολης, όρθιος (ακάθιστος) ευχαρίστησε την Θεομήτορα ψάλλοντας. Θυμούμενοι αυτό το γεγονός, ευχαριστούμε κι εμείς με την σειρά μας την Παναγία ψάλλοντας όρθιοι.
Η Ε΄ Κυριακή των νηστειών, είναι αφιερωμένη στην μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Η Οσία, από ηλικία 12 ετών ακολουθούσε έναν ιδιαίτερα έκλυτο βίο. Σε ηλικία 30 ετών, ήρθε σε επαφή με τον Χριστιανισμό, μετανόησε και προσκύνησε. Την υπόλοιπη ζωή της, 47 έτη, ασκήτεψε στην έρημο. Την ημέρα αυτή καλούνται όλοι να μιμηθούν το παράδειγμα της και να έρθουν πιο κοντά στον Χριστό μετανοώντας για τις αμαρτίες τους. Το Σάββατο πριν την Μεγάλη Εβδομάδα είναι το Σάββατο του Λαζάρου. Ημέρα αφιερωμένη στο θαύμα της ανάστασης του Λαζάρου από τον Χριστό.
Τελευταία Κυριακή της Μεγάλης Σαρακοστής, είναι η Κυριακή των Βαΐων. Είναι ημέρα αφιερωμένη στην θριαμβευτική είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα από την Βηθανία. Τότε ο λαός υποδέχθηκε το Χριστό με επευφημίες και με «βάϊα φοινίκων», από τα οποία πήρε και το όνομα της αυτή η ημέρα.
Στη διάρκεια της Σαρακοστής, δεν επιτρέπεται η κατανάλωση κανενός ζωικού προϊόντος. Εξαίρεση αποτελούν η ημέρα τουΕυαγγελισμού στις 25 Μαρτίου και η Κυριακή των Βαΐων όπου επιτρέπεται η βρώση ψαριών.

Όσον αφορά την εικόνα της Κυρα-Σαρακοστής τα 7 ποδαράκια συμβολίζουν τις 7 βδομάδες πριν την Ανάσταση του Κυρίου και σε πολλές περιοχές της χώρας μας , όπου την φτιάχνουν με διάφορα υλικά -όπως χαρτί , πηλό, ξύλο και κυρίως ζυμάρι-κόβουν κάθε βδομάδα κι από ένα ποδαράκι μέχρι να φτάσουν στο τελευταίο, το οποίο θα κρύψει η νοικοκυρά του σπιτιού σ' ένα ξερό σύκο από άλλα πολλά κι όποιος απ' τα μέλη της οικογένειας το πετύχει θα έχει δίπλα του το Χριστό ,βοηθό στις δύσκολες στιγμές της ζωής του. Το κρυμμένο ή ασχημάτιστο στόμα συμβολίζει την ανάγκη να προσπαθούμε να μιλάμε λιγότερο και να ασκηθούμε στην εγκράτεια και τα σταυρωμένα χέρια την ανάγκη της προσευχής και την αποστασιοποίηση από άλλες δραστηριότητες , που παρασύρουν το νου. Όλα τα παραπάνω ,βέβαια, με παραλλαγές στα διάφορα σημεία της Ελλάδας. Σε πολλά σχολεία της χώρας δάσκαλοι με τους μαθητές τους 'προσεγγίζουν' εικαστικά ή με ζυμάρι την παραπάνω φιγούρα της Κυρα - Σαρακοστής και τα παιδιά περιμένουν τον ερχομό της κάθε βδομάδας , για να κόβουν το κάθε ποδαράκι μέχρι την Μ. Βδομάδα των Παθών.

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

Ιστορία των Αγριάνων (Πομάκων)



Στην οροσειρά της Ροδόπης τόσο από την Βουλγαρική πλευρά όσο και από την ελληνική, ζει από την αρχαιότητα μια ιδιόμορφη και παρεξηγημένη φυλή, οι Πομάκοι. Οι Πομάκοι, κατοικούν στη Θράκη στον ορεινό όγκο της Ροδόπης εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Η οροσειρά Ροδόπη βρίσκεται στο μεγαλύτερο μέρος της μέσα στη Βουλγαρία και οι περισσότεροι Πομάκοι ζουν εκεί ενώ η πλειοψηφία τους στην Ελλάδα βρίσκεται στο νομό Ξάνθης. Ο πληθυσμός των Πομάκων υπολογίζεται γύρω στις 350.000 από αυτούς όμως μόνο οι 36.000 (απογραφή 1991) κατοικούν στην Ελλάδα (23.000 στο νομό Ξάνθης, 11.000 στο νομό Ροδόπης, 2.000 στο νομό Έβρου). Οι υπόλοιποι βρίσκονται στη Βουλγαρία.
Οι Βούλγαροι, στηριζόμενοι βασικά στο γλωσσικό τους ιδίωμα, τους διεκδικούν σαν Βούλγαρους, ενώ οι Τούρκοι, στηριζόμενοι στο γεγονός ότι είναι μουσουλμάνοι, τους θεωρούν Τούρκους. Κατά τους Ρουμάνους, οι Πομάκοι είναι απομεινάρι αρχαίου θρακικού φύλου το οποίο διαδοχικά εκρωμαΐστηκε, εκσλαβίστηκε και εξισλαμίστηκε.
Η συνεχής και επίμονη πλύση εγκεφάλου, που τους γίνεται άλλοτε από την Βουλγαρία και άλλοτε από την Τουρκία, συνοδευόμενη από την μόνιμη αδιαφορία της Ελλάδας έχει συντελέσει, ώστε αυτοί οι άνθρωποι να έχουν χάσει τις εθνικές τους ρίζες και να πλέουν σ’ ένα πέλαγος χωρίς πυξίδα εθνικού προσανατολισμού.




Η προέλευση της λέξης «Πομάκος»
Πολλοί προσπάθησαν να ερμηνεύσουν ετυμολογικά τη λέξη «Πομάκοι» με επικρατέστερη άποψη αυτή των Βουλγάρων, σύμφωνα με την οποία η προέλευση της λέξης οφείλεται στο ρήμα pomagam που σημαίνει βοηθώ. Οι Βούλγαροι αποκαλούσαν τους Πομάκους «πομαγκάστ» δηλαδή βοηθούς, υποτελείς, βασανισμένους, δούλους, χωρίς δική τους ατομική και συλλογική οντότητα. Κατά μία ελληνική εκδοχή, προέρχεται από το αρχαιοελληνικό ιππομάχος. Ήταν αυτοί που απάρτιζαν το φοβερό ιππικό του Μ. Αλεξάνδρου. Κατά μία άλλη ελληνική ερμηνεία, η λέξη προέρχεται από το ελληνικό Πομάξ (πότης) εξαιτίας της παλιάς συνήθειας των Θρακών να πίνουν πολύ. Οι ίδιοι όμως οι Πομάκοι τη θεωρούν προσβλητική και υβριστική ονομασία και θέλουν να αυτοαποκαλούνται «Αχριάν», δηλαδή«Αγριάνες», όνομα αρχαίας θρακικής φυλής, που κατοικούσε στα άγονα κι ορεινά μέρη του όρους Σκόμιο και στη Βορειοδυτική Ροδόπη και που λέγονταν κι αλλιώς «Αγρίες», «Αγραίοι» κι «Αγριείς». Φημίζονταν σαν επιδέξιοι ακοντιστές. Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε, σύμφωνα με τις έρευνες των εθνολόγων, ότι οι Πομάκοι είναι απόγονοι των αρχαίων Θρακών. Την άποψη, ότι δηλαδή οι Πομάκοι κατάγονται από την αρχαία ελληνική φυλή, παρουσίασαν και το 1946 στον ΟΗΕ και στους Αμερικανούς οι ίδιοι οι Πομάκοι (Ελλάδας και Βουλγαρίας) και ζήτησαν σαν Έλληνες να ενταχθούν με τους Έλληνες στην Ελλάδα.
Οι Πομάκοι είναι κατά την πλειοψηφία υψηλοί, ξανθοί, γαλανομάτηδες, δολιχοκέφαλοι, φιλοπρόοδοι, δεν έχουν μογγολικά χαρακτηριστικά και κατοικούν στα ορεινά της Θράκης της Δυτικής Θράκης. Επίσης, η εθνολογική έρευνα υποστηρίζει βασίμως, ότι οι σλαβόφωνοι Πομάκοι είναι απόγονοι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, αυτόχθονος πληθυσμού. Εξάλλου, αιματολογική εξέταση σε 1.030 κατοίκους στα χωριά Εχίνος, Σάτραι, Ωραίον, Μελίβοια και Κοτύλη, δηλαδή το 1/20 του συνολικού πληθυσμού των Πομάκων 4, διαπιστώνει αιματολογική συγγένεια Πομάκων και Ελλήνων σε ποσοστό 50-70%. Αλλά και ξένοι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι οι Πομάκοι είναι εξισλαμισμένοι και εκσλαβισθέντες γλωσσικώς, απόγονοι ή τα τελευταία υπολείμματα των αρχαίων Θρακών και ότι έχουν φλέβα ελληνική.
Γραπτά μνημεία της γλώσσας των Πομάκων, όπως και της γλώσσας όλων των αρχαίων θρακικών φυλών δεν υπάρχουν. Είναι δηλαδή η γλώσσα ομιλούμενη, αλλά μη γραφόμενη. Όλοι γενικά οι Πομάκοι της ελληνικής ορεινής Ροδόπης μιλούν την πομακική γλώσσα, ένα γλωσσικό ιδίωμα σλαβικό, συγγενικό με τη βουλγαρική γλώσσα (χωρίς οι Πομάκοι να αισθάνονται Βούλγαροι ή Σλάβοι), που διασώζει όμως πολλές ελληνικές λέξεις, ίσως και πολλές θρακικές κι έχει ανάμεσα κι ορισμένες τουρκικές λέξεις, πράγμα που συμβαίνει σε όλες τις γλώσσες των Βαλκανίων, που ζυμώθηκαν αναγκαστικά με την τουρκική γλώσσα, μέσα σε τόσους αιώνες τουρκικής κατάκτησης. Παρατηρείται ότι η πομακική γλώσσα στην ανατολική περιοχή της Δυτικής Θράκης έχει επηρεασθεί από την τουρκική γλώσσα, ενώ αντίθετα στο δυτικό τμήμα της από τη βουλγαρική. Πάμπολλες είναι οι ελληνικές λέξεις – και μάλιστα οι αρχαιοπρεπείς, γεγονός που ενισχύει την άποψη για την αρχαία καταγωγή των Πομάκων και τη συγγένειά τους με τους Έλληνες.
Μέχρι και το τέλος του 20ού αιώνα, που η πομακική γλώσσα ήταν άγραφη, πολλοί άνθρωποι προσπαθούν να την καταγράψουν, με πρωτοπόρο τον Πομάκο Ριτβάν Καραχότζα.
Το 1996 εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Αίγειρος» της Θεσσαλονίκης, με τη χορηγία και ηθική συμπαράσταση του Πρ. Εμφιετζόγλου, το τρίτομο έργο για την πομακική γλώσσα που εκπονήθηκε υπό την εποπτεία και την ενεργό συμμετοχή του δασκάλου Πέτρου Θεοχαρίδη. Το έργο περιλαμβάνει ελληνο-πομακικό και πομακο-ελληνικό λεξικό και γραμματική της πομακικής γλώσσας. Γράφτηκαν επίσης, γραμματικές, παραμύθια, εφημερίδες, τραγούδια.
Επισημαίνεται ότι οι ελληνικές λέξεις είναι ουσιαστικά και ρήματα, ώστε δεν μπορούν να θεωρηθούν απλά δάνεια, δεδομένης της θεμελιώδους σημασίας των ουσιαστικών και ρημάτων σε κάθε γλώσσα. Εξάλλου, μεταξύ Διδυμοτείχου και Ορτακιόι υπήρχαν αποκλειστικά ελληνόφωνοι Πομάκοι γνωστοί με την ονομασία Μάρηδες και Γραβανίτες. Ενδεικτικά παρατίθεται κατάλογος με λέξεις ελληνικών ρημάτων και ουσιαστικών: Ρήματα: αργάσβαμ = εργάζομαι, αρέσβαμ = αρέσκομαι, αρνήσβαμ = αρνούμαι, αφορίσβαμ = αφορίζω, βιάσαμ = βιάζομαι, βολιάσβαμ = εμβολιάζω, βουλώσβαμ = βουλώνω, ζαπεικάσουβαμ = απεικάζω, ζηλώσβιαμ = ζηλεύω, ζυβγκαρωσβαμ = ζευγαρώνω, ακτοικιάσβαμ = κατοικώ, κερντίσβαμ = κερδίζω, κινήσβαμ = κινώ, λειψούβαμ = λείπω, μαρτυρήσβαμ = μαρτυρώ, μοιάζαμ = μοιάζω, ορίσβαμ = ορίζω, πατάξαμ = πατάσσω, νταπαιντέψαμ = παιδεύω, νταπάψαμ = παύω, στοιβάσβαμ = στοιβάζωτυπώσβαμ = τυπώνω, φτάσβαμ = φθάνω κ.λ.π. Ουσιαστικά: αργκάτ = εργάτης, βλαστάρ = βλαστάρι, γκωνία = γωνία, ντρούμ = δρόμος, έντρο = αδρός, εγκρίστρα = άγκιστρο, κεραμή = κεραμίδι, κλωβία = κλουβί (κλωβός), κουμίν = κάμινος, κρομμύντ = κρομμύδι, παιντεψία = παίδευση, παίπελ = παιπάλη (δηλαδή σκόνη), παναγκύρ = πανηγύρι, παρασπούρ = παρασπόρι, πέλκα = πέλεκυς σκύφαλα = σκύβαλα, στόμνα = στάμνα, σύνορ = σύνορο, φυτάρια = φύτρο, χρομύλ = χειρόμυλος, χορό = χορός κ.λ.π. Από έρευνα του Κ. Μητσάκη, διαπιστώθηκε ότι στα Πομάκικα συναντούμε το γνωστό τραγούδι Γεφύρι της Άρτας. Τραγούδι ευρύτερα γνωστό, με ρίζες πολύ πριν από τη μάχη του Ματζικέρτ (1071), στην Ελλάδα. Οι Πομάκοι απομονωμένοι γεωγραφικά, κοινωνικά και πολιτιστικά, διατήρησαν την πιο αρχαία μορφή του τραγουδιού που συγγενεύει με την παραλλαγή της Καππαδοκίας, όπου αρχικά γεννήθηκε.




Ο εξισλαμισμός των Πομάκων

Από τους Κώδικες της Μητροπόλεως Φιλιππουπόλεως, προκύπτει ότι τα μέσα του 17ου αιώνα (το 1628 κατά τους Βούλγαρους, κατ?άλλους το 1636 – 1672) οι πρόκριτοι των πομάκων, για λόγους επιβίωσης αποφάσισαν ομαδικό εξισλαμισμό. Το γεγονός αυτό αποδέχονται και οι ιστορικοί, ο Τσέχος Κ. Jerecek και ο Βούλγαρος πρώην πρεσβευτής στην Ελλάδα (ελληνικής καταγωγής από την μητέρα του), πρόεδρος της βουλγαρικής βουλής Ν. Todorov. Ειδικότερα, κατά τον προαναφερθέντα Τσέχο ιστορικό, ο εξοπλισμός που άρχισε σταδιακά τον 16ο αιώνα επί Σελίμ Α (1512 -1520), ολοκληρώθηκε επί Μεχμέτ Δ (1641 – 1661).
Τότε οι πρόκριτοι των Πομάκων παρουσιάσθηκαν στις αρχές της Φιλιππουπόλεως και γνωστοποίησαν την απόφασή τους να προσχωρήσουν στο ισλάμ. Ο Τούρκος διοικητής φοβήθηκε το σκάνδαλο και τους παρέπεμψε στο Μητροπολίτη Φιλιππουπόλεως Γαβριήλ (1636 – 1672). Ο τελευταίος προσπάθησε να τους αποτρέψει, αλλά προσέκρουσε στην απόφασή τους να απαλλαγούν από την τουρκική καταπίεση και να εκδικηθούν για την παλαιά βουλγαρική καταδυνάστευσή τους. Κατά την παράδοση των Ελλήνων της Φιλιππουπόλεως, η περιτομή έγινε πανηγυρικά στο παλαιό τζαμί κοντά στο Διοικητήριο. Με την επιστροφή τους στη Ροδόπη εξισλαμίσθηκαν και οι ομόφυλοί τους.
Ο Μέγας Βεζίρης Μεχμέτ Κιοπρουλού κατεδάφισε 218 εκκλησίες και 336 παρεκκλήσια, των οποίων ερείπια ανευρίσκονται σήμερα στα πομακοχώρια. Μόνη η ύπαρξη των ερειπίων αυτών αποδεικνύει ότι οι Πομάκοι ήταν χριστιανοί. Κατά την βουλγαρική παράδοση, οι Τούρκοι, επί Μεχμέτ Κιοπουρλού, απείλησαν τους Πομάκους λέγοντας: ή γίνεσαι μουσουλμάνος ή σου παίρνω το κεφάλι. Το 1656 οι δυνάμεις του Μεχμέτ πασά εισέβαλαν στην περιοχή του Τσέπνι. Ο πασάς διέταξε να του φέρουν όλους τους προκρίτους. Τους κατηγόρησε ότι αντιστέκονταν και επαναστατούσαν. Γι αυτό είναι ανάγκη να σας σκοτώσω ή να δεχθείτε το ισλάμ  τους είπε. Οι γενίτσαροι περίμεναν έτοιμοι με τα γυμνά τους γιαταγάνια να τους αποκεφαλίσουν. Έτσι, κατά την βουλγαρική παράδοση, εξισλαμίσθηκαν. Παρά τον εξισλαμισμό τους οι Πομάκοι διατήρησαν χριστιανικά έθιμα, μέχρι σήμερα, όπως το σταύρωμα του βρέφους στην κούνια του προτού κοιμηθεί, και της ζύμης αμέσως μετά το ζύμωμα. Το κύριο όνομα Ηλίας είναι διαδεδομένο μεταξύ των Πομάκων του Εχίνου και της Κοτύλης. Κατά τον Τσέχο ιστορικό και γλωσσολόγο του περασμένου αιώνα Λεοπόλδο Γκάιτλερ, ο Άγιος Δημήτριος είναι ο πιο αγαπητός από μηχανής θεός για όλες τις δύσκολες στιγμές. Επαινείται το χρυσό βιβλίο (Ευαγγέλιο), οι σταυροί, η στροφή προς τον χριστιανισμό και η ανέγερση εκκλησιών και μοναστηριών. Όλα αυτά τα εξυμνούν οι μωαμεθανοί Πομάκοι. Επίσης, μέχρι την απελευθέρωσή τους από τα ελληνικά στρατεύματα, πολλοί ήσαν οι κρυπτοχριστιανοί Πομάκοι.
Μνημονεύεται η περίπτωση του κρυπτοχριστιανού Πομάκου Γιουσούφ στο χωριό Κέχρος Ροδόπης που διατηρούσε σε μπαούλο τα ράσα και τις εικόνες του ιερέα παππού του. Σήμερα η Τουρκική προπαγάνδα τους εκβιάζει να προσλαμβάνουν Τουρκικά ονόματα. Οι συνοικισμοί στον Ωραίον Ξάνθης, Τεοτόκα (από το Θεοτόκος) και Σταματέσκο (από το Σταμάτιον), ή ο κεντρικός συνοικισμός στην κοινότητα Κέχρου Ροδόπης που λέγονταν Μαρικόζ (από το Καυδιά της Μαρίας Παναγίας όπου ανάβλυζε αγίασμα) αλλά και πρωτοχριστιανική πίττα με το νόμισμα, αποτελούν σημεία που μαρτυρούν το χριστιανικό παρελθόν των Πομάκων. Μεταξύ των Πομάκων διατηρείται ως παράδοση ότι τον εξισλαμισμό δεν τον δέχθηκαν νέες του χωριού Πάχνη, και μερικές από αυτές έπεσαν χορεύοντας σε παρακείμενο βάραθρο, πρόδρομοι των Σουλιωτισσών. Η μυστικιστική ισλαμική ζωή δεν ήκμασε στην περιοχή των Πομάκων, ούτε και στην ισλαμική τέχνη ρίζωσε. Η τελετουργική σχέση των Πομάκων με την θρησκεία τους είναι πρωτόγονη. Ίσως για το λόγο αυτό, η προσπάθεια των Βουλγάρων για βίαιο εκχριστιανισμό των Πομάκων το 1920 – 1930 είχε κάποια αποτελέσματα.




Οι προσπάθειες των Πομάκων να ενωθούν με την Ελλάδα

Στις αρχές του 1878, εν όψει του διεξαγόμενου Ρωσοτουρκικού πολέμου, ο υπόδουλος ελληνισμός της Θεσσαλίας, Μακεδονίας, Ηπείρου και Κρήτης οργάνωσε επαναστατικά κινήματα. Οι Πομάκοι, στην ορεινή περιοχή της Ροδόπης, οργάνωσαν και αυτοί επαναστατικό κίνημα κατά της Τουρκίας προσβλέποντας να μεταπέσουν στην ελληνική κυριαρχία παρά στη βουλγαρική. Άλλωστε ουδέποτε έτρεφαν φιλοβουλγαρικά αισθήματα. Απόδειξη περί τούτου αποτελεί το εγγονός ότι οι Πομάκοι συνέπραξαν με τους Τούρκους στην κατάπνιξη της βουλγαρικής επαναστάσεως του 1875.
Όταν διαπίστωσαν ότι ήταν ανέφικτη η μετάπτωσή τους στην ελληνική κυριαρχία και ότι αντιθέτως η περιοχή τους περιλαμβανόταν στη Μεγάλη Βουλγαρία της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, απέκλεισαν ενόπλως όλες τις διόδους της Ροδόπης και ίδρυσαν την Αυτόνομη Πομακική Δημοκρατία, η οποία περιελάμβανε 21 χωριά. Στην ενέργεια τους αυτή, οι Πομάκοι υποκινήθηκαν από Ούγγρους και Άγγλους αξιωματικούς που έφθασαν στην περιοχή των Πομάκων μέσω Καβάλας. Και τούτο, διότι τα συμφέροντα της Αυστροουγγαρίας και της Αγγλίας συνέπιπταν στην αποτροπή της επεκτάσεως προς νότο της Ρωσίας. Ανάχωμα στη ρωσική κάθοδο αποτελούσε η Αυτόνομη Πομακική Δημοκρατία.
Οι Πομάκοι της Δράμας, στης 7 Μαρτίου 1878, αδελφοποιήθηκαν (αρχαίο ελληνικό έθιμο) και αποφάσισαν να δράσουν. Εκφράσθηκαν με συμπάθεια προς τα ελληνικά επαναστατικά κινήματα της Ηπείρου, Θεσσαλίας και Μακεδονίας και δήλωσαν ότι προτιμώσι να τεθώσιν υπό το σκήπτρον του Βασιλέως των Ελλήνων και μείνωσιν ευχαρίστως εις τας εστίας των. Η Πομακική Δημοκρατία διατηρήθηκε μέχρι της προσαρτήσεως της Ανατολικής Ρουμελίας στη Βουλγαρία τον Σεπτέμβριο 1885. Σε προηγούμενο δημοσίευμα (Ακτίνες Φεβρ. 1995, σελ. 51), έγινε μνεία του διαβήματος των μουσουλμάνων βουλευτών (Πομάκων και Τουρκογενών) της Δυτ. Θράκης στη Βουλγαρική Βουλή το 1919, δια του οποίου εξέφραζαν την επιθυμία του μουσουλμανικού πληθυσμού να απαλλαγή από το βουλγαρικό ζυγό και γι?αυτό ζητούσαν τη Διασυμμαχική κατάληψη της Δυτ. Θράκης. Όπως μαρτυρείτε, ο Πομάκος δικηγόρος – δημοσιογράφος Μεχμέτ Τεφρίκ αφηγήθηκε στον Γάλλο δημοσιογράφο της εποχής εκείνης Λεών Σαβατζιάν (Leon Sauadzian) τα δεινά των Πομάκων υπό τη βουλγαρική κατοχή, που καταχωρήθηκαν στο βιβλίο του Εn Trace Occidentale.
Οι Πομάκοι, μαζί με τους άλλους μουσουλμάνους οδηγήθηκαν στο ανωτέρω διάβημα διότι ήθελαν να ενταχθούν στον ελληνικό χώρο και όπως ισχυρίζονταν στο υπόμνημα, της Δυτ. Θράκης είχαν πάντοτε φιλελεύθερες διαθέσεις απέναντι τους και ήσαν μέλη ενός έθνους που συμφωνούσαν μαζί του. Το αίτημα τους αυτό δεν ικανοποιήθηκε τότε πλήρως. Το επανέλαβαν και πάλι μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, με αντιπροσώπους τους στη Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι το 1946. Τότε η Ελλάδα ενδιαφερόταν για λόγους ασφαλείας να διαρρυθμιστούν τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Ο Τύπος και τα ραδιόφωνα της εποχής εκείνης στης ΗΠΑ προέβαλαν το γεγονός.
Ειδικότερα, ο διευθυντής του ραδιοφωνικού σταθμού της Ουάσιγκτον Albert Verner, έλεγε σε μια εκπομπή: Εν ακόμη πρόβλημα μειονότητας παρουσιάστηκε σήμερον εις Ουάσιγκτον εν τω προσώπω των Πομάκων, οι οποίοι είναι αρχαία ελληνική φυλή, ιστορούμενη από την προ του Μεγάλου Αλεξάνδρου εποχής. Οι Πομάκοι ποιούνται νύν έκκλησιν προς το Συμβούλιο Ασφαλείας (ΟΗΕ) και προς το Αμερικανικόν επί των Εξωτερικών Υπουργείον και ζητούν την διενέργεια δημοψηφίσματος, ίνα ελευθερωθούν εκ της Βουλγαρίας και απολαύσουν την ελευθερία την οποία απολαμβάνουν οι Πομάκοι της Ελλάδας. Ο τύπος επίσης έγραφε : Το παρελθόν Σάββατον εις το ξενοδοχείο Πενσυλβάνια έλαβε χώρα συνέντευξις προς τους αντιπροσώπους του Αμερικανικού και Ελληνικού τύπου εκ μέρους των κ.κ. Χάμδη Χουσείν Βέη, πρώην βουλευτού Ροδόπης, Χακή Σουλεϊμάν Βέη, αποτελούντων από την αντιπροσωπεία των Πομάκων Θράκης. Οι Πομάκοι εξέθεσαν προς τον τύπο τας απόψεις των και τα δίκαια των, ζητούντες την ένωσιν των με την Ελλάδα. Η προσπάθεια των Πομάκων δεν τελεσφόρησε διότι είχε προηγηθεί η διανομή της Ευρώπης μεταξύ των τριών μεγάλων δυνάμεων στη Γιάλτα, τον Φεβρουάριο του 1944.
Η στάση των Πομάκων κατά τη συνθήκη της Λωζάνης

Μετά την Μικρασιατική καταστροφή και την αναγκαστική εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης, ακολούθησε η Συνθήκη της Λοζάνης της Ελβετίας το 1923. Σε μια κρίσιμη περίοδο των διαπραγματεύσεων τη άνοιξη του 1923, ο ταγματάρχης του τουρκικού στρατού Φουάτ Βέης, κατόπιν συνεννοήσεως με τη βουλγαρική κυβέρνηση, συγκρότησε τουρκοβουλγαρικό θρακικό κομιτάτο, με σκοπό τη δημιουργία αντιπερισπασμού στα νώτα του ελληνικού στρατού. Βάση των σχετικών επιχειρήσεων θα ήσαν οι Πομάκοι της Βουλγαρίας, που θα σχημάτιζαν συμμορίες και εισήρχοντο στη Δυτική Θράκη. Τα σχέδια του κομιτάτου ματαιώθηκαν, διότι οι Πομάκοι αρνήθηκαν να επιτεθούν κατά της Ελλάδας. Επίσης είναι βεβαιωμένο ότι είχε ασκηθεί πίεση της βουλγαρικής κυβερνήσεως προς τους Πομάκους. Επίσης, ο Φουάτ Βέης περιόδευσε πολλές φορές στα πομακοχώρια, συναντώντας την άρνηση των Πομάκων. Για τη στάση τους αυτή, πολλοί προύχοντες των Πομάκων δολοφονήθηκαν. Η συμπεριφορά αυτή των Πομάκων οφείλεται στο χαρακτήρα τους – δεν είναι ύπουλοι, ούτε καιροσκόποι – που τους διαφοροποιεί από τους Τούρκους και τους Βούλγαρους.




Η ελληνική στάση

Τους Πομάκους, τους απογόνους των αρχαίων Αγριάνων, το ελλαδικό κράτος δεν τους εγκατέλειψε, αλλά τους έστειλε στην αγκαλιά της Τουρκίας, η οποία θεωρεί ότι είναι προστάτης των μουσουλμάνων.
Το 1954 η ελληνική Κυβέρνηση υποχρέωσε όλα τα μουσουλμανικά σχολεία να ονομάζονται τουρκικά για να πετύχει διάκριση από τα αντίστοιχα μουσουλμανικά της Βουλγαρίας.
Το 1955 δόθηκε εντολή στον επιθεωρητή μουσουλμανικών σχολείων να οργανώσει συνέδρια Πομάκων δασκάλων για την εισαγωγή του λατινικού αλφαβήτου, δηλαδή της τουρκικής γλώσσας αφού οι Νεότουρκοι έχουν υιοθετήσει το λατινικό αλφάβητο.
Η εισαγωγή του λατινικού αλφάβητου και της τουρκικής γλώσσας στα σχολεία των Πομάκων ολοκληρώθηκε το 1973.
Το 1995, βάσει τουρκοελληνικής συμφωνίας διετάχθη από την ελληνική κυβέρνηση ο επιθεωρητής μουσουλμανικών σχολείων Δυτ. Θράκης και συγκάλεσε τοπικά συνέδρια Πομάκων δασκάλων με σκοπό να τους συστήσει όπως εγκαταλείψουν την αραβική (παλαιοτουρκική) γραφή και να χρησιμοποιούν τη λατινική. Επίσης, το Σεπτέμβριο 1973, επισκέφθηκε τη Δυτ. Θράκη ο τότε πρέσβης της Τουρκίας στην Ελλάδα , Γκιουρούν, με αποτέλεσμα την επιβολή της λατινικής γραφής στους μωαμεθανούς Πομάκους.
Μέχρι το 1996 δεν ήταν ελεύθερη η πρόσβαση για τα πομακοχώρια και για να πας από την πόλη της Ξάνθης στα Πομακοχώρια έπρεπε να περάσεις πρώτα από την περιβόητη «μπάρα» (φυλάκιο για έλεγχο χαρτιών και άδειας από την Αστυνομική Διεύθυνση Ξάνθης). Δηλαδή συνοριακός έλεγχος μέσα στην Ελλάδα.
Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να χαρίζουμε ολόκληρη τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης με τη φυλετική, γλωσσική και τη θρησκευτική της ανομοιογένεια στους σουλτάνους του νεοτουρκικού επεκτατισμού.
Οι Πομάκοι έτειναν δυστυχώς μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες να διαμορφώνουν τουρκική συνείδηση. Επρόκειτο για ένα είδος γενοκτονίας, γιατί τα δικά μας λάθη στέλνουν το λαό των Πομάκων κατευθείαν στο στόμα του νεοτουρκικού εθνικισμού καθώς ευρίσκοντο στο στόχαστρο της Τουρκικής προπαγάνδας.
Στη Θράκη οι πράκτορες της Τουρκίας έχουν εκμεταλλευτεί τις δικές μας παραλείψεις και έχουν επιβάλει ένα ιδιότυπο καθεστώς ομηρίας στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Έχουμε φθάσει στο σημείο να χαρίζουμε στο νεοτουρκικό καθεστώς μία ανομοιογενή από κάθε άποψη μουσουλμανική κοινότητα, η οποία αποτελείται από τρεις ομάδες, τους «τουρκογενείς», τους Πομάκους και τους Αθίγγανους. Μουσουλμάνοι κατευθυνόμενοι από τον Επιτήδειο Ουδέτερο, προσπαθούν να επιβάλλουν στους Πομάκους να μην μιλούν την μητρική τους γλώσσα. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα σημειώνεται το γεγονός ότι στις 15 Νοεμβρίου 1989, σε συγκέντρωση γονέων και κηδεμόνων του Σχολείου του Εχίνου και σε συνεργασία με την σχολική εφορία, συζητήθηκε η ανάγκη να ομιλούν οι μουσουλμανόπαιδες της περιοχής την τουρκική και όχι την πομακική στους δημόσιους χώρους. Σκοπός της Τουρκίας ήταν και είναι να εξαφανισθεί η πομακική και να κυριαρχήσει η τουρκική στους μουσουλμάνους.

Καρναβάλι: Η αρχαιότερη Ελληνική εορτή



Ως γνωστόν η γονιμότητα αποτελεί έναν από τους κύριους στόχους της λατρευτικής πρακτικής στα πλαίσια της Αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας. Η γονιμότητα της Φύσης, για την ικανοποίηση των αναγκών του καρποσυλλέκτη, του κυνηγού και του αλιέα, η γονιμότητα των αγρών, για την ανταμοιβή του μόχθου του καλλιεργητή, η γονιμότητα των κοπαδιών, για τη διατήρηση και την αύξηση του ζωντανού πλούτου του κτηνοτρόφου, η γονιμότητα τέλος των ανθρώπων, για την αύξηση και την διαιώνιση των κοινωνιών.

Με το κριτήριο λοιπόν της γονιμότητας ερμηνεύεται εύκολα όλος εκείνος ο διάχυτος ερωτισμός της Ελληνικής Μυθολογίας - πάμπλουτης αυτής ποιητικής έκφρασης της Αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας η οποία αποτυπώνεται σε κάθε μορφή της αρχαίας Ελληνικής Τέχνης - εφόσον ο θεοποιημένος Έρως είναι αυτός που διασφαλίζει την πολυπόθητη και πολύμορφη γονιμότητα διαμέσου της χαράς και της ηδονής της ερωτικής συνεύρεσης.

Εν τέλει η βιωματική εμπειρία του Έλληνα ανθρώπου ότι όλα γύρω του δια του Έρωτος γεννιώνται και αναγεννιώνται, του υπαγόρευε την πεποίθηση πως όχι μόνον τα όντα του άμεσου περιβάλλοντός του αλλά και ο κόσμος ολόκληρος, το Σύμπαν, αποτελεί το σύνολο των καρπών αέναων ερωτικών πράξεων - έλξεων, συμμίξεων και γεννήσεων - πεποίθηση η οποία ειδωμένη ποιητικά και συμβολικά όχι μόνον δεν διαψεύθηκε αλλά αντίθετα επιβεβαιώθηκε από τη σύγχρονη επιστήμη, τα ογκώδη θεμέλια της οποίας έθεσε ο Ελληνικός Πολιτισμός.

Ως εκ τούτου ο Έρως, ως έννοια και ως πρακτική, ως έκφραση και ως εκδήλωση, ελλοχεύει σε κάθε πτυχή της Ελληνικής Κοσμοαντίληψης και κυριαρχεί σε όλα τα πεδία της Ελληνικής Θρησκείας. Τα πάντα έλκονται δια του Κάλλους και πάντα σμίγουν ηδονικά και γεννούν τους καρπούς των ερώτων τους. Εάν λοιπόν έχουμε κατά νου τη θεμελιώδη σημασία του Έρωτα στη δομή της Ελληνικής Κοσμοαντίληψης, μπορούμε πλέον να προσεγγίσουμε και να κατανοήσουμε οποιαδήποτε επιμέρους έκφραση του αρχαίου Ελληνικού βίου αλλά και να αναγνωρίσουμε τις παραφυάδες εκείνες, οι οποίες, αν και αλλοιωμένες συχνά εκ πρώτης όψεως, εντούτοις διατηρούνται ακόμη διαμέσου των αιώνων και ερήμην των μισελληνικών διώξεων και κατατρεγμών, και αναπαράγονται γεμάτες σφρίγος και νεανικό παλμό. Μια από τις παραφυάδες αυτές, η παλαιότερη κατά την ταπεινή μου γνώμη, η οποία επιβιώνει και αναπαράγεται σε ετήσια βάση είναι η γιορτή του Καρναβαλιού.

Καρναβάλι λοιπόν... Ή «Κάρνα» - «βάλι». Προφανώς είναι μια σύνθετη λέξη. Ποιά είναι όμως η προέλευση των δύο αυτών συνθετικών;

Ας ανοίξουμε τον Όμηρο. Σε πάμπολλους στίχους τόσο της Ιλιάδας όσο και της Οδύσσειας (Θ 306, Π 392, ε 376, θ 92, ι 140, υ 75 κ.α.) συναντάμε τη λέξη «καρ» και τα παράγωγά της. Η λέξη αυτή σημαίνει «κεφάλι» και σύγχρονη επιβίωσή της είναι βεβαίως η «κάρα». Εάν τώρα προσθέσουμε και το ευφωνικό «ν» στην ομηρική λέξη «καρ», φτάνουμε κιόλας στη λέξη «κάρνος». Τι σημαίνει η λέξη αυτή;

Η Ελληνική Μυθολογία μας πληροφορεί ότι ο Κάρνος ήταν κάποιος μάντης του Θεού Απόλλωνα από την Ακαρνανία, τον οποίο σκότωσε ο Ηρακλείδης Ιππότης, ο γιος του Φύλαντος.

 Οι συγγενείς του Ιππότου μάλιστα αναγκάστηκαν στη συνέχεια να προσφέρουν πλούσιες θυσίες στον Απόλλωνα προκειμένου να εξευμενίσουν την οργή του για τον φόνο του Κάρνου. Ο περιηγητής Παυσανίας αναφέρει τον Κάρνο και ως Κριό (Λακωνικά 13, 4) γεγονός που δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι η λέξη «κάρνος» σημαίνει «κριός».

Κάρνος ονομαζόταν επίσης κι ένας αρχαιότατος ποιμενικός, κριόμορφος και ιθιφαλλικός Θεός των Πελοποννησίων, προστάτης της γονιμότητας, άγνωστος ίσως σήμερα στους περισσότερους αλλά αντίστοιχος περίπου με τον γνωστότερο Πρίαπο του Ελλησπόντου. Ουσιαστικά δηλαδή ο Κάρνος ήταν ένας γονιμοποιητικός Θεός, τόσο των Λακώνων όσο και των Μεσσηνίων, πριν από την επικράτηση των Δωριεών στη νότια Πελοπόννησο, ενταγμένος στην χορεία των ζωόμορφων θεοτήτων οι οποίες, σύμφωνα με την ιστορία των θρησκειών, προηγήθηκαν των ανθρωπόμορφων.

Από το ουσιαστικοποιημένο επίθετο «Κάρνειος» παράγεται στον πληθυντικό η ονομασία της εορτής «τα Κάρνεια»,(σ.σ διαβάστε το άρθρο μας: Κάρνεια - Η γιορτή των Λακεδαιμόνων προς τιμή του Κάρνειου Απόλλωνα) η οποία κατά τους ιστορικούς χρόνους τελείτο σε όλες τις δωρικές πόλεις προς τιμή του Καρνείου Απόλλωνος. Εορτάζονταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα στο Γύθειο, στο Οίτυλο και στα Λεύκτρα της Λακωνίας, στη Καρδαμύλη και στις Φαρές Μεσσηνίας, στην Σικυώνα της Κορινθίας, στο Άργος της Αργολίδος και προπάντων στο Ιερό Άλσος με τα κυπαρίσσια, το λεγόμενο Καρνάσιον ή Καρνειάσιον στη μεσσηνιακή Οιχαλία. Το Άλσος αυτό βρισκόταν δίπλα στην όχθη του ποταμού Χάραδρου και το κοσμούσαν τα περικαλλή αγάλματα του Κριοφόρου Ερμού, της Αγνής (τοπική ονομασία της Περσεφόνης) και του Καρνείου Απόλλωνα (βλ. Παυσανίας Μεσσηνικά 2,2). Οι εορταστές μεταμφιέζονταν όλοι και συμμετείχαν σε μυστήρια παρόμοια με εκείνα της Ελευσίνας, τα οποία κατά την μυθολογική παράδοση ίδρυσε ο Ελευσίνιος Καύκων, ο γιος του Κελαίνου, ενώ κατά το πέρας της γιορτής γινόντουσαν πάνδημα συμπόσια και «πανηγυρισμοί»!

Όσον αφορά την καταγωγή του Καρναβαλιού αρκετοί ανοιχτόμυαλοι ερευνητές, ημεδαποί τε και αλλοδαποί, αρχίζουν να εγκαταλείπουν πλέον στις ημέρες μας τις θεωρίες περί του «χορού του κρέατος» ή της «απόσυρσης του κρέατος», παρεπόμενες της χριστιανικής απόκρεω, και αποδίδουν τη μεγάλη γιορτή της γενικευμένης εαρινής λαϊκής ευωχίας σε εθιμικές επιβιώσεις διονυσιακών τελετών. Οι φίλοι αυτοί, παρόλο που πορεύονται προς τη σωστή κατεύθυνση, τελικά σφάλουν. Διότι το Καρναβάλι είναι μεν επιβίωση αρχαίων Ελληνικών θρησκευτικών γονιμοποιητικών τελετών, όχι όμως των διονυσιακών αλλά των απολλώνιων.

Πάμε τώρα στο δεύτερο συνθετικό της λέξης «Καρναβάλι».
Κατ' αρχήν το επίρρημα «βάλλε» ή «άβαλε» στα αρχαία ελληνικά σημαίνει «είθε» και «μακάρι». Έπειτα, μερικές από τις δεκαπέντε και πλέον σημασίες του ρήματος «βάλλω» έχουν την έννοια του «στρέφω», «σείομαι πέρα δώθε», «ελαύνω», «φορώ», «προκαλώ», «ρίπτομαι» αλλά και... «φωτίζω».

Από εδώ κι έπειτα περνάμε στο ρήμα «βαλλίζω» που σημαίνει «χοροπηδώ», στα ουσιαστικά «βαλλισμός» δηλαδή «πηδηχτός χορός».

Με βάση τα προηγούμενα θα μπορούσαμε λοιπόν να συμπεράνουμε ότι:
Μια έκφραση του τύπου «καρνάβαλε», θα μπορούσε να σημαίνει «είθε Θεέ Κάρνε» να εκπληρώσει τις γονικοποιητικές μας προσδοκίες για την αύξηση των γεννημάτων μας.

Μια έκφραση του τύπου «καρναβάλλω» θα μπορούσε να σημαίνει «στρέφομαι ή σείομαι πέρα δώθε», κατά την διάρκεια της σχετικής εορτής, πρός τιμή του Θεού Κάρνου ή του Καρνείου Απόλλωνα.

Μια έκφραση του τύπου «καρναβαλίζω» θα μπορούσε να σημαίνει ότι «χοροπηδώ» στο πανηγύρι του Κάρνου, φορώντας τα κέρατα του Θεού ή το κριόμορφο προσωπείο του.


Αποσπάσματα από τo βιβλίο:
Μάριος Βερέττας, Καρναβάλι, η αρχαιότερη Ελληνική γιορτή,
εκδόσεις Μάριος Βερέττας (ISBN 960-7756-50-9)

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

Διεθνής Νομισματική Τρέλα


ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙΚΗ ΠΑΡΕΛΑΣΗ
Κυριακή, 06/03 13:30
Κορυφαία στιγμή των Εορτών είναι η Μεγάλη Καρναβαλική Παρέλαση. Άρματα και χιλιάδες καρναβαλιστές θα ξεχυθούν στους δρόμους της πόλης, με χρώματα και μουσικές να συνοδεύουν τον Βασιλιά Καρνάβαλο. Μουσική επένδυση από τους «Behind The Mask». Ένα project που κινείται σε latin και σύγχρονους χορευτικούς ρυθμούς, με τους Μπάμπη Δαργανάκη και Γιώργο Κορέα.
Μέσω της οδού 28ης Οκτωβρίου θα περάσει από την Κεντρική Πλατεία, και θα καταλήξει στο χώρο του γηπέδου του ΑΟ Ξάνθης όπου βρίσκονται τα στέκια των Συλλόγων.
Με τη λήξη της παρέλασης ξεκινάει ένα μεγάλο πάρτι στο πάρκο απέναντι από το γήπεδο με τη συμμετοχή όχι μόνο των Καρναβαλιστών αλλά και του κόσμου. Μουσική από τον DJ BOUZOURIS, πυροτεχνήματα, άφθονο κρασί, χορός.
Την Καρναβαλική Παρέλαση για την ΕΤ 1 θα παρουσιάσει ο Χρήστος Νέζος.

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011

100 χρόνια από το θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδερφοί, όπου και να θολώνει ο νους σας, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη».
Οδυσσέας Ελύτης
Ἐγεννήθην ἐν Σκιάθῳ τῇ 4ῃ Μαρτίου 1851. Ἐβγῆκα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὰ 1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α´ καὶ Β´ τάξιν. Τῇ Γ´ ἐμαθήτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἶτα διέκοψα τὰς σπουδάς μου καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρίδα. Κατὰ τὸν Ἰούλιο τοῦ 1872 ἐπῆγα εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας. Τῷ 1873 ἦλθα εἰς Ἀθήνας καὶ ἐφοίτησα εἰς τὴν Δ´ τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874 ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολὴν ὅπου ἤκουσα κατ᾿ ἐκλογὴν ὀλίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ᾿ ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰς ξένας γλώσσας.
Μικρὸς ἐζωγράφιζα Ἅγίους, εἶτα ἔγραφα στίχους, κι ἐδοκίμαζα νἀ συντάξω κωμωδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα νὰ γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη ἡ «Μετανάστις» ἔργον μου, εἰς τὸν «Νεολόγον» Κωνσταντινουπόλεως. Τῷ 1881 ἓν θρησκευτικὸν ποιημάτιον εἰς τὸ περιοδικὸν «Σωτῆρα». Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθησαν «Οἱ Ἔμποροι τῶν ἐθνῶν»εἰς τὸ «Μὴ χάνεσαι». Ἀργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες.
Αυτό το σύντομο βιογραφικό το συνέταξε ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης ύστερα από παράκληση του Γιάννη Βλαχογιάννη.
Έγραψε γι΄αυτόν ο Παλαμάς:
“ Δὲ θυμοῦμαι ἀλλοῦ νἀπάντησα τεχνίτη σὰν αὐτόν, ποὺ ὄχι μόνο νὰ μὴν ἔχη τῆς τέχνης του τὴν αὐταρέσκειαν, ἀλλά νὰ κοιτάζη πῶς νὰ κρυψῃ κάθε τεχνίτη πόζα καὶ κάθε σκέψη, σὰ ματαιότητα. Ἡ τέχνη του εἶναι νὰ μὴ δείχνη καμμιὰ τέχνη, ὄχι μόνο στὰ λόγια του, ἀλλά καὶ στὴ σύνθεση πολλὲς φορὲς τῶν ἔργων του. Συχνὰ κόβει τὴν ἱστορία γιὰ νὰ μᾶς θυμίση πῶς αὐτὰ ποὺ γράφει εἶνε ἁγνὴ ἀλήθεια, πῶς αὐτὸς δὲν ἐπινοεῖ, πῶς δὲν μαγερεύει ρομάντσα, πῶς μόνο τάς ἀναμνήσεις του συντάσσει καὶ τάς ἐντυπώσεις του μᾶς ἐμπιστεύεται. Κι ἄλλοτε ὑποσημειώνει μὲ ψιλά, γιὰ νὰ διαμαρτυρηθῇ ἐναντίον ἐκείνων ποὺ πιστεύουν πρόθυμοι τὰ παραμύθια, καὶ τόσο δυσπιστοῦν πρὸς τὴν ἀλήθεια. Ἡ φροντιδ’ αὐτή τοῦ δίνει μιὰ έξαιρετικήν ὄψη ἀνάμεσα καὶ στοὺς ἀποκλειστικοὺς τεχνῖτες τῆς πραγματολογικῆς σχολῆς. Θαρρεῖς πὼς τοῦ ἔγινε μανία. Καὶ κανεὶς ἐπιπόλαιος ἀναγνώστης θὰ μποροῦσε καὶ μ’ αὐτά, σιμὰ στὴ μεγάλη ὁμοιαλήθεια ποὺ ἁπλώνεται σ’ ὅλα τὰ ἱστορήματα τοῦ Παπαδιαμάντη, νὰ συμπεράνη πὼς ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς μνήμη μόνον ἔχει, καὶ φαντασία σπειρὶ δὲν ἔχει. Καὶ ὅμως δὲν πιστεύω νὰ βρίσκεται ὡς τὴν ὥρα στὴ φιλολογία μας τεχνίτης κατέχοντας τόσο ζωηρὰ τὴ δύναμη ποὺ οἱ ψυχολόγοι ὀνομάζουν συμπαθητικὴ φαντασία”.
Κι ένα μικρό περιστατικό το οποίο δείχνει το ήθος του Παπαδιαμάντη και το οποίο αφηγείται ο Παύλος Νιρβάνας με αφορμή τη λήψη της πασίγνωσης πλέον φωτογραφίας του διηγηματογράφου.
“ Ὁ καημένος ὁ Ἀλέξανδρος! Καινούργιες ἀνησυχίες θὰ εἶχε πάλι ἡ ἀσκητική του ψυχὴ μὲ τὴ συρροὴ τόσων ξένων καὶ δικῶν μας μουσαφιρέων στὸ ταπεινό του σπιτάκι τοῦ ὡραίου νησιοῦ. Τὸν ἐτρόμαζε τόσο πολὺ «ἡ περιέργεια τοῦ Κοινοῦ».
Εἶχα διηγηθεῖ ἄλλοτε τὴν ἀνησυχία του αὐτή, ὅταν πῆγα, κλέφτικα, μὲ χίλιες προφάσεις, νὰ τὸν φωτογραφίσω ἀπάνω στὸ καφενεδάκι τῆς Δεξαμενῆς. Δὲν ὑπῆρχε ὡς τότε φωτογραφία τοῦ Παπαδιαμάντη. Καὶ συλλογιζόμουν ὅτι ἀπ᾿ τὴ μιὰ μέρα στὴν ἄλλη μποροῦσε νὰ πεθάνει ὁ μεγάλος Σκιαθίτης, καὶ μαζί του νὰ σβύσῃ γιὰ πάντα ἡ ὁσία μορφή του. Καὶ πότε αὐτό; Σὲ μία ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπάρχει ἀσημότητα ποὺ νὰ μὴν ἔχει λάβει τὶς τιμὲς τοῦ φωτογραφικοῦ φακοῦ. Καὶ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ δικαιολογηθεῖ μία τέτοια παράλειψη τῆς γενεᾶς μας σ᾿ ἐκείνους ποὺ θὰ ῾ρθοῦν κατόπι μας νὰ συνεχίσουν τὸ θαυμασμό μας γιὰ τὸν ἀπαράμιλλο λυρικὸ ψυχογράφο τῶν καλῶν καὶ τῶν ταπεινῶν καὶ τὸν ἁγνότατο ποιητὴ τῶν νησιώτικων γιαλῶν; Ἀλλὰ ὁ ἁγνὸς αὐτὸς χριστιανός, μὲ τὴ ψυχὴ τοῦ ἀναχωρητῆ, δὲν ἐννοοῦσε, μὲ κανένα τρόπο, νὰ ἐπιτρέψη στὸν ἑαυτό του μιὰ τέτοια εἰδωλολατρικὴ ματαιότητα. «Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα» ἦταν ἡ ἄρνησή του καὶ ἡ ἀπολογία του. Ἀποφάσισα ὅμως νὰ πάρω τὴν ἁμαρτία του στὸ λαιμό μου. Ὁ Θεὸς καὶ ἡ μακαρία ψυχή του ἂς μοῦ συχωρέσουν τὸ κρῖμα μου. Ἕνας ἀπὸ τοὺς ὡραιότερους τίτλους ποὺ ἀναγνωρίζω στὴ ζωή μου, εἶναι ὅτι παρέδωκα στοὺς μεταγενέστερούς τη μορφὴ τοῦ Παπαδιαμάντη.
Μὲ τί δόλια καὶ ἁμαρτωλὰ μέσα ἐπραγματοποίησα τὸν ἆθλο μου αὐτό, τὸ διηγήθηκα, ὅπως εἶπα, ἀλλοῦ. Ἐκεῖνο ποὺ μοῦ θυμίζουν ζωηρότερα τώρα οἱ εὐλαβητικὲς γιορτὲς τῆς Σκιάθου, εἶναι ἡ ἀνησυχία του τὴ στιγμὴ ποὺ τὸν ἀποτράβηξα ὡς τὴν προσήλια γωνίτσα τοῦ μικροῦ καφενείου, γιὰ νὰ ποζάρῃ μπροστὰ στὸν φακό μου. Νὰ «ποζάρῃ» εἶναι ἕνας λεκτικὸς τρόπος. Εἶχε πάρει μόνος του τὴ φυσική του στάση ἀπάνω σὲ μιὰ πρόστυχη καρέκλα, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα στὸ στῆθος, μὲ τὸ κεφάλι σκυφτό, μὲ τὰ μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινοῦ ἁγίου, σὰν ξεσηκωμένη ἀπὸ κάποιο καπνισμένο παλιὸ τέμπλο ἐρημοκλησιοῦ τοῦ νησιοῦ του. Αὐτὴ δὲν ἦταν στάση γιὰ μία πεζὴ φωτογραφία. Ἦταν μία καλλιτεχνικὴ σύνθεση, καὶ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἕνα ἔργο τοῦ Πανσελήνου ἢ τοῦ Θεοτοκοπούλου. Ἀμφιβάλλω ἂν φωτογραφικὸς φακὸς ἔλαβε ποτὲ μιὰ τέτοια εὐτυχία.
Ἀλλὰ ὁ Ἀλέξανδρος ἦταν βιαστικὸς νὰ τελειώνουμε. Γιατί; Μοῦ τὸ ψιθύρισε, ἀνήσυχα στὸ αὐτί, καὶ ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ τὸν εἶχα ἀκούσει – οὔτε φαντάζομαι πῶς θὰ τὸν ἄκουσε ποτὲ κανένας ἄλλος – νὰ μιλεῖ γαλλικά:
- Nous excitons la curiosité du public.
Ἀκούσατε; Ἐρεθίζαμε τὴν περιέργειά του …Κοινοῦ! Ποιοῦ Κοινοῦ; Δὲν ἦταν ἐκεῖ κοντά μας παρὰ ἕνα κοιμισμένο γκαρσόνι τοῦ καφενείου, ἕνας γεροντάκος ποὺ λιαζότανε στὴν ἄλλη γωνία τοῦ μαγαζιοῦ, καὶ δυὸ λουστράκια ποὺ παίζανε παράμερα. Αὐτὸ ἦταν τὸ Κοινό, ποὺ ἀνησυχοῦσε τὸν Παπαδιαμάντη ἡ «περιέργειά» του. Κι᾿ αὐτὴ ἦταν ἡ διαπόμπευσή του, ποὺ βιαζότανε νὰ τῆς δώσῃ ἕνα τέλος, – Ἡ φιλία ἐνίκησε τὸ ζορμπαλίκι… μοῦ εἶπε – ἀντιγράφω τὰ ἴδια του τὰ λόγια – στὸ τέλος τοῦ μαρτυρίου του.
Μήπως δὲν ἦταν, στ᾿ ἀλήθεια, μιὰ πραγματικὴ θυσία ποῦ εἶχε κάνει στὴ φιλία μου; Μιὰ θυσία τῆς ἁγιότητάς του στὴν εἰδωλολατρικὴ ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων.
Καὶ συλλογίζομαι τώρα τὶς ἑκατοντάδες τῶν Γάλλων προσκυνητῶν τῆς ἑταιρείας Μπυντέ, καὶ τῶν δικῶν μας τοῦ «Ὁδοιπορικοῦ Συνδέσμου», ποὺ πέρασαν τὸ κατώφλι τοῦ ταπεινοῦ του ἐρημητηρίου, ὅπου πλανᾶται τώρα ἡ σκιά του στὰ γνώριμα καὶ ἀγαπητά της κατατόπια τῆς ζωῆς του καὶ τῆς ἐργασίας του. Συλλογίζομαι τὴν παράταξη τῶν ναυτικῶν ἀγημάτων, ποὺ παρουσίασαν ὅπλα μπροστὰ στὸ μνημεῖο του. Συλλογίζομαι τὶς στολές, τὰ ξίφη, τὶς χρυσὲς ἐπωμίδες ποὺ ἔλαμπαν κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο τοῦ νησιοῦ του, γιὰ τὴ δόξα του. Συλλογίζομαι τοὺς λόγους τῶν ἐπισήμων, τοὺς ἐθνικοὺς ὕμνους, τὰ στεφάνια τῆς δάφνης, τὶς πανηγυρικὲς κωδωνοκρουσίες, ποὺ ἔπλεξαν μὲ ἤχους καὶ χρώματα τὸ ἐγκώμιό του.
Συλλογίζομαι ὅλα αὐτὸ τὸ δοξαστικὸ πανηγύρι, καὶ ἡ σκέψη μου πετάει στὸ «Κοινὸν» τοῦ ἐρημικοῦ καφενείου τῆς Δεξαμενῆς – ἕνα γκαρσόνι, ἕνας γεροντάκος, δυὸ λουστράκια – ποὺ ἀνησυχοῦσε, τὴ μακρυνὴ ἐκείνη μέρα ὁ μακαρίτης μήπως «ἐρεθίσῃ τὴν περιέργειά των». Τί ἀνησυχία θὰ εἶχε νοιώσει τώρα, στὰ βάθη τοῦ ταπεινοῦ τάφου ὅπου «ἀναπαύεται ἐν Χριστῷ» ὁ χριστιανὸς ποιητὴς τῶν ταπεινῶν, ἀπὸ τὸ δοξαστικὸ αὐτὸ θόρυβο; Καὶ πόσο θὰ βιαζότανε πάλι νὰ τελειώσῃ; Ἂν σάλεψαν, ἀπὸ μυστικὲς αὖρες, αὐτὴ τὴ στιγμή, τὰ κυπαρίσσια τοῦ τάφου του, ἕνας στεναγμὸς θὰ βγῆκε ἀπὸ τὸ θρόϊσμά τους. Ἕνας ἦχος, ποὺ θὰ ξαναψιθύριζε τὰ παλιά του ἐκεῖνα ἀνήσυχα καὶ τόσο συμπαθητικὰ λόγια, σὲ μιὰ γλῶσσα ποὺ τὴν ἐννοοῦσαν τώρα, γιατὶ ἦταν δική τους, οἱ εὐλαβητικοὶ προσκυνητές του τῆς γαλλικῆς γῆς:
- Nous excitons la curiosité du public.

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

ΠΙΣΩ ΕΧΕΙ Η ΑΧΛΑΔΑ ΤΗΝ ΟΥΡΑ



Τα πρώτα ιστιοφόρα μεταγωγικά στο Βυζάντιο ονομάζονταν αχλάδες, ήταν ξύλινα και είχαν σχήμα αχλαδιού. Τα καράβια αυτά έσερναν συνήθως ένα μικρό πλοιάριο από πίσω στο οποίο είχαν οπλισμό, τρόφιμα και τα υπόλοιπα πολεμικά σύνεργα. Έτσι όταν τέτοια ιστιοφόρα προσέγγιζαν σε νησιά, οι κάτοικοι έβγαιναν στις κορυφές των νησιών για να δουν αν έσερναν πλοιάριο, δηλαδή έρχονταν για μάχη. Όταν έβλεπαν κάτι τέτοιο, έτρεχαν αλαφιασμένοι φωνάζοντας «πίσω έχει η αχλάδα την ουρά», για να οργανώσουν την άμυνα του νησιού τους. Έτσι η φράση μας έμεινε ως τα τώρα.



Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

Η νεκρόπολη των Κικώνων στην Κίρκη του Έβρου

 


Κόγχες προσφορών

Σε ορισμένους βράχους λαξεύτηκαν ευρύχωρες ταφικές κόγχες, που μερικές φορές μοιάζουν με μικρό δωμάτιο και πιθανόν να κατασκευάστηκαν για  περισσότερους του ενός νεκρούς.Επίσης, στη δυτική πλευρά της νεκρόπολης παρατηρείται συστάδα ταφικών κογχών που έχουν διαφορετικά μεγέθη και πιθανόν να αποτελούσαν τόπο ταφής διαφορετικών μελών της ίδιας οικογένειας.Ακόμη, βρέθηκαν μικρότερες ταφικές κόγχες λαξευμένες στο βράχο οι οποίες ήταν προορισμένες για παιδιά, πληθώρα λαξευμένων κοιλοτήτων που χρησίμευαν ως χώροι προσφορών (επρόκειτο για χυλό δημητριακών, γάλα, μέλι, κρασί κ.ά.) ή και προσφοράς νερού, καθώς και δύο μεγάλες λαξευμένες λεκάνες που προορίζονταν πιθανότατα για θυσίες ή για υδρομαντική χρήση.Στα δύσβατα σημεία των βράχων λαξεύτηκαν κοιλότητες, για να διευκολύνουν την ανάβαση.

Η δίψα του νεκρού



Βασίλης Κάργας

Η φωτογραφία είναι από το βιβλίο του Ιστορικού Αρχαιολόγου ΣΤΑΥΡΟΥ Δ. ΚΙΟΤΣΕΚΟΓΛΟΥ«Μια υδατόβρεχτη κικονική νεκρόπολη στη γη του Ορφέα» (εκδόσεις Μαίανδρος)
Αναδημοσίευση από: http://gr.altermedia.info/http://strangehellas.blogspot.com/2010/06/blog-post_6265.html
Οι τάφοι είναι χωρισμένοι σε τρία μέρη από δύο ρυάκια, με κατεύθυνση Βορράς – Νότος, που “τροφοδοτούνται” με το νερό των πηγών που ρέει από το όρος Πανηγύρι, διασχίζουν τη βραχώδη έκταση και χύνονται σε κοντινό χείμαρρο.Ολοι οι τάφοι έχουν προσανατολισμό πάντα προς την κοίτη ενός ρυακιού, ενώ στην κορυφή τους υπήρχαν λαξευμένες κοιλότητες για την προσφορά νερού προς την ψυχή του νεκρού.“Η παρουσία του νερού στην κικονική νεκρόπολη είχε σκοπό να ικανοποιήσει τη δίψα της ψυχής του νεκρού, σύμφωνα με την ορφική αντίληψη ότι η ψυχή του νεκρού διψά, κάτι που βασανίζει ακόμα και σήμερα τις νεότερες λαϊκές δοξασίες”, εξηγεί ο κ. Κιοτσέκογλου.“Μέσα στους τάφους δε βρέθηκαν οστά, όστρακα κεραμικής ή οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο, δεδομένου ότι παραμένοντας ανοιχτοί, συλήθηκαν κατά την αρχαιότητα ή λεηλατήθηκαν από τα ζώα.
Ετσι, δεν έχουμε μια ασφαλή χρονολόγηση. Με βάση όμως τη βιβλιογραφία και τους ανάλογους αυτού του τύπου τάφους που βρέθη καν σε περιοχές στη Βουλγαρία, μπορούμε να τους εντάξουμε με κάθε επιφύλαξη μεταξύ του 11ου και του 6ου αιώνα π.Χ., χωρίς να αποκλείεται η συνέχιση του ταφικού αυτού εθίμου και αργότερα.
Ανάλογη χρονολόγηση δίνεται και από παρόμοιους τάφους που έχουν βρεθεί στη Φρυγία, πόλη του Μίδα”, είπε ο ιστορικός – αρχαιολόγος Σταύρος Κιοτσέκογλου, μέλος ΕΤΕΠ του Τμήματος Ιστορίας – Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.
Ο κ. Κιοτσέκογλου εντόπισε την αρχαία νεκρόπολη και πρόσφατα, μάλιστα, εξέδωσε σχετικό βιβλίο με τίτλο “Μια υδατόβρεκτη κικονική νεκρόπολη στη γη του Ορφέα” (εκδόσεις “Μαίανδρος).


Αυτήν την περίοδο, εξηγεί ο κ. Κιοτσέκογλου, που συμπίπτει με την πρώιμη Εποχή του Σιδήρου στη Θράκη, θα πρέπει να λαξεύτηκαν οι βράχοι με τη χρησιμοποίηση σιδερένιων εργαλείων, αφού η λάξευση φτάνει βαθιά μέχρι τον πυρήνα τους.


“Η εύρεση αυτών των τάφων αλλάζει τα δεδομένα για την περιοχή, αφού μέχρι τώρα γνωρίζαμε τους κιβωτιάσχημους τάφους που είχαν βρεθεί σε αποικίες, όπως στη Ζώνη – Μεσημβρία και στη Μαρώνεια.
Ανάλογοι τάφοι έχουν βρεθεί και στη Βουλγαρία, όμως η συνύπαρξη τάφου και νερού, όπως σ’ αυτήν την υδατόβρεκτη νεκρόπολη των Κικόνων, δεν έχει εντοπιστεί σε άλλη περιοχή”, καταλήγει ο κ. Κιοτσέκογλου.
Γόνιμο έδαφος για ερευνητές
Ξεχωριστή σημασία για την έρευνα της θρησκείας των Θρακών αποκτά η αποκάλυψη της Θρακικής νεκρόπολης της φυλής των Κικόνων, στην Κίρκη του Εβρου, από τον ιστορικό – αρχαιολόγο Σταύρο Κιοτσέκογλου.
Οι λαξευτοί τάφοι του προϊστορικού νεκροταφείου και ιδιαίτερα ο εντυπωσιακός τάφος – κόγχη με την ανθρωπόμορφη όψη περιμένουν τους σύγχρονους ερευνητές να φωτίσουν τη ζωή, τα ήθη, τα έθιμα και τις ταφικές τελετουργίες των Κικόνων, ενός αρχαιότατου Θρακικού φύλου.
Η Πολιτεία χρειάζεται να δείξει κι εδώ το ενδιαφέρον της, όπως το έκανε έμπρακτα σε άλλες περιοχές της Θράκης με αρχαιολογικές αποκαλύψεις – πιο πρόσφατο παράδειγμα, ο ταφικός τύμβος στη Μικρή Δοξιπάρα με τις πέντε άμαξες των ρωμαϊκών χρόνων.
Ενας ήρωας στα «σπλάχνα» της μητέρας θεάς
Το σημαντικότερο εύρημα είναι η λαξευμένη ταφική κόγχη με ανθρωπόμορφη όψη. Στην κορυφή υπάρχει μικρή κοιλότητα και μια δεύτερη στο μέσον, μεταξύ των δύο κογχών.
Ο τάφος δεν περιείχε έναν απλό νεκρό, αλλά ήταν χώρος ταφής κάποιας σημαντικής προσωπικότητας, πιθανότατα ενός νεκρού Θράκα “ήρωα” της φυλής των Κικόνων.
Σε απόσταση τριών μέτρων από τον τάφο ρέει το νερό ενός ρυακιού, ενώ πάνω από τον τάφο και σε απόσταση 15 μέτρων υπάρχει μια “λιθοτράπεζα”, ένας βράχος λαξευμένος σε σχήμα τραπεζιού που χρησίμευε για κάποια τελετουργία.
Μετά θάνατον ζωή
“Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η χαρακτηριστική παράσταση του τάφου – κόγχη παραπέμπει στη χθόνια θεότητα του βράχου, τη Μητέρα θεά, που στα σπλάχνα της τοποθετείται ο νεκρός ήρωας.
Η ευρύτητα της θρησκευτικής συνήθειας να λαξεύονται κόγχες, τρύπες ή κοιλότητες στους βράχους – κοινή σε όλους τους λαούς, όπως και στους Κίκονες της Θράκης – βρίσκει την εξήγησή της στην πρωτόγονη ευλάβεια προς τη θεότητα της φύσης και ιδιαίτερα στη Μητέρα θεά.
Η πίστη στην τελευταία μπορούσε να ανακουφίσει το τραυματικό γεγονός του θανάτου και να εξασφαλίσει τη ζωή μετά το θάνατο”, εξηγεί ο κ. Κιοτσέκογλου.
Πάνω σε επίπεδο βράχο βρέθηκε χαραγμένη παράσταση του ήλιου, που μαζί με το νερό έχουν πρωτεύοντα ρόλο στην κικονική νεκρόπολη κι αποτελούν τα βασικά συστατικά των μυστηριακών Ορφικών τελετών.

Νεκρόπολη της αρχαίας θρακικής φυλής των Κικόνων, που χρονολογείται από τον 11ο έως τον 6ο αιώνα π.Χ., εντοπίστηκε βορειοανατολικά του χωριού Κίρκη, σε μια βραχώδη πλαγιά του όρους Πανηγύρι, σε απόσταση 26 χλμ. από την Αλεξανδρούπολη.Στην ανατολική και δυτική πλευρά των βράχων έχουν λαξευτεί 20 τάφοι – κόγχες, καθώς και κοιλότητες πάνω και γύρω από τους τάφους, που χρησίμευον για τοποθέτηση προσφορών προς τους νεκρούς. Ιδιαίτερα εντυπωσιακός είναι ένας τάφος – κόγχη με ανθρωπόμορφη λάξευση, που βρίσκεται αρκετά μακριά από τους υπόλοιπους τάφους της νεκρόπολης.

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

Η Θράκη κατά την Ελληνορωμαϊκή εποχή



Το 330 μ.Χ. αποτελεί συμβατικά την έναρξη της λεγόμενης βυζαντινής περιόδου, κατά την οποία το ρωμαϊκό κράτος θα συνεχίσει τη μακραίωνη πορεία του, έχοντας πλέον ως βασικές του κινητήριες δυνάμεις τον Ελληνισμό και τον Χριστιανισμό. Το έτος αυτό ιδρύεται η Κωνσταντινούπολη και παίρνει τη θέση της Ρώμης ως η νέα πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, γεγονός που πέραν της ευρύτερης σημασίας του, αναβαθμίζει αυτόματα, όπως είναι ευνόητο, και τη σημασία της Θράκης. Από τότε και για δέκα περίπου αιώνες, η Θράκη θα αποτελεί την καρδιά του κράτους και θα βρίσκεται ταυτόχρονα υπό την άμεση ακτινοβολία της λαμπρής του πρωτεύουσας, πράγμα που ασφαλώς θα την ωφελήσει από κάθε άποψη. Η θέση της όμως ως αμυντικής ασπίδας της Κωνσταντινούπολης είναι αλήθεια πως θα της προκαλέσει από την άλλη και αρκετά προβλήματα, αφού θα γνωρίσει στο πέρασμα των αιώνων και πολλές καταστροφές από τις επιδρομές των Ούννων, των Γότθων, των Αβάρων, των Βουλγάρων και άλλων βαρβαρικών λαών.
Η τεράστια αμυντική σημασία της Θράκης για το μέλλον της ίδιας της Κωνσταντινούπολης θα επισύρει πολύ σύντομα το ενδιαφέρον των βυζαντινών αυτοκρατόρων, που θα φροντίσουν να τη θωρακίσουν όσο μπορούν. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Ιουστινιανού, ο οποίος τον 6ο αι. έχτισε αρκετά καινούργια κάστρα σε νευραλγικά σημεία, αλλά οχύρωσε και πολλές από τις παλαιότερες πόλεις, όπως για παράδειγμα την Τραϊανούπολη, κοντά στις σημερινές Φέρρες.
Κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο, όλη η Θράκη νοτίως του Αίμου υπαγόταν διοικητικά στη «Διοίκηση Θράκης». Αποτελούσε ξέχωρη διοικητική περιφέρεια, μια από τις dioceses Praefecti – Praetorio Orientis, που δημιουργήθηκαν στην εποχή του Αρκαδίου (395 – 408) με σκοπό την πληρέστερη στρατιωτική και διοικητική οργάνωση του Ανατολικού τμήματος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και εμφανίζεται ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένη. 49 πόλεις και 199 φρούρια αναφέρονται στην περιοχή της ευρύτερης περιοχής της Θράκης για την περίοδο από τον 4ο ως τον 6ο αι. μ.Χ. Η  «Διοίκηση Θράκης» ανήκε σε μια πολύ μεγαλύτερη διοικητική περιφέρεια, την Praefectura praetorio per Orientem, δηλ. την «Επαρχότητα της Ανατολής», που περιλάμβανε ακόμη όλες τις ασιατικές κτήσεις της Αυτοκρατορίας ως την Αίγυπτο. Αλλά και η «Διοίκηση Θράκης» είχε τις υποδιαιρέσεις της, όπως π.χ. την επαρχία Ροδόπης που περιλάμβανε τη σημερινή ελληνική Θράκη.
Το δυσκίνητο αυτό διοικητικό σύστημα καταργείται μετά τον 6ο αι. με τη σταδιακή εμφάνιση του θεσμού των θεμάτων, οι διοικητές των οποίων μάλιστα είχαν στα χέρια τους τόσο την πολιτική, όσο και τη στρατιωτική εξουσία.
Το θέμα Θράκης ιδρύεται περί το 680 και περιλαμβάνει αρχικά όλες τις ανατολικά του Στρυμόνα ευρωπαϊκές κτήσεις. Στα τέλη όμως του 8ου αι. η βυζαντινή συνήθεια του κατακερματισμού των παλαιών μεγάλων θεμάτων σε μικρότερα, οδηγεί στη διάσπαση και του εν λόγω θέματος στα επιμέρους θέματα Θράκης και Μακεδονίας. Στους μεσοβυζαντινούς χρόνους διαμοιράστηκε σε δύο στρατιωτικές μονάδες (Θέματα), στο θέμα της Θράκης, που περιελάμβανε μικρό τμήμα της Θράκης γύρω από την Κωνσταντινούπολη και στο θέμα της Μακεδονίας, που περιελάμβανε τη Μακεδονία και το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης.Συγκεκριμένα, το θέμα της Θράκης περιορίζεται στις βορειοανατολικά του Έβρου περιοχές, ενώ όλη η σημερινή Δυτική Θράκη αλλά και μεγάλο τμήμα της Ανατολικής υπάγονται πλέον στο θέμα Μακεδονίας, που έχει ως πρωτεύουσά του την Αδριανούπολη. Το γεγονός αυτό ερμηνεύει συν τοις άλλοις και την ονομασία της ενδοξότερης βυζαντινής δυναστείας, της Μακεδονικής, παρότι βέβαια ο ιδρυτής της ο Βασίλειος Α΄ δεν είχε την παραμικρή σχέση με την πραγματική Μακεδονία, αλλά καταγόταν από την περιοχή της Αδριανούπολης. Μετά τη δημιουργία μάλιστα και του θέματος Στρυμόνα στα τέλη του 9ου αι., θα παρατηρηθεί το ακόμη πιο αξιοπερίεργο φαινόμενο το θέμα Μακεδονίας να μην περιλαμβάνει πλέον έκτοτε καμία από τις δυτικά του Νέστου περιοχές.
Τον 13ο αι. μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους και την καταστροφή των Θρακικών μεσοβυζαντινών πόλεων από τις επιδρομές του Βούλγαρου ηγεμόνα Ιωαννίτση αναπτύσσονται μικρότερα κέντρα σε επίκαιρες θέσεις. Το Διδυμότειχο, μια από τις πόλεις που επανίδρυσε στα 751 στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας και στην Θράκη ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε΄ (741 – 775), εξελίχθηκε σε σημαντικό οχυρό κέντρο της βυζαντινής αυτοκρατορίας κατά τους τελευταίους αιώνες της ζωής του.
 Οι δυναστικές έριδες του 14ου αι. που συγκλόνισαν το Βυζάντιο και υπέσκαψαν το κύρος του είχαν άμεσο αντίκτυπο και στην Θράκη, πεδίο μαχών των αντιμαχόμενων δυνάμεων, προετοιμάζοντας το έδαφος για την κατάκτησή της από τους Οθωμανούς. Η κατάκτηση της Τζύμης το 1352 και της Καλλίπολης το 1354 εδραίωσε την παρουσία του νέου κατακτητή στην περιοχή της Θράκης και έκανε τον κίνδυνο της τουρκικής κατάκτησης πιο απειλητικό. Με την μάχη του Έβρου (Μαρίτσας) το 1371 στην οποία νικήθηκαν οι Χριστιανοί ηγέτες των Βαλκανίων σφραγίστηκε η κατάκτηση της Θράκης η οποία ολοκληρώθηκε το 1375 ανοίγοντας έτσι νέα σελίδα στην ιστορία της.
Έτσι ξεκίνησε η περίοδος της Τουρκοκρατίας, που ήταν για τη Θράκη πολύ πιο οδυνηρή και δυσβάστακτη, παρά για οποιαδήποτε άλλη ελληνική περιοχή. Αυτή τη φορά η κοντινή της απόσταση από την Κωνσταντινούπολη δεν αποτελούσε ευτύχημα, αλλά δυστύχημα, το οποίο η Θράκη πλήρωσε με βαρύ φόρο αίματος. Οι Οθωμανοί προέβησαν εξαρχής σε ένα οργανωμένο πρόγραμμα εκτουρκισμού της περιοχής, τόσο με διωγμούς και βίαιους εξισλαμισμούς των χριστιανικών πληθυσμών, όσο και με τη μεταφορά τουρκικών πληθυσμών από τα βάθη της Ανατολίας, που διαμόρφωσαν εντελώς νέα δημογραφικά δεδομένα. Μεταξύ των πληθυσμών που εξισλαμίστηκαν ήταν και οι Πομάκοι, γεγονός που συνέβη μέσα στον 17ο αι. Η περιοχή βέβαια παρά τις δυσχερείς συνθήκες για τους ραγιάδες ξεκίνησε ένα νέο κύκλο της ζωής, στον οποίο κυριαρχούσε η αγροτική οικονομία και το τοπικό εμπόριο, ενώ παρατηρήθηκε και το φαινόμενο της παρακμής των παλαιών πόλεων και της ανάπτυξης νέων, όπως οι Φέρρες, οι Σάπες, η Γενησέα και κυρίως βέβαια η Κομοτηνή. Η κατάσταση αυτή θα διαρκέσει πεντέμισι ολόκληρους αιώνες, ως τις αρχές του 20ού, οπότε η Δυτική Θράκη μετά από ένα σύντομο διάστημα βουλγαρικής κατοχής, θα ενσωματωθεί το 1920 στο ελεύθερο ελληνικό κράτος.

BΑΚΑΛΟΥΔΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Δρ. Ιστορικός - Βυζαντινολόγος, Φιλόλογος